|
"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ" Η σελίδα των τσιγγάνων |
||
|
|
Γερμανία Οι «σκλάβοι της δουλειάς» των ναζί Ένα νομοσχέδιο και ένας κακός οιωνός... Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα ενδιαφέρον άρθρο (για το αφιέρωμα στους Τσιγγάνους - όπως μας γράφει) που μας έστειλε ένας αναγνώστης μας από την ΝΕΑ ΚΙΟ. Το άρθρο είναι του ΘΑΝΑΣΗ ΒΟΡΕΙΟΥ Το θέμα του «λαδώματος» υψηλών πολιτικών προσωπικοτήτων και κομματικών παρατάξεων είναι ένα από τα πιο σημαντικά, που συγκινεί και συνταράσσει επί βδομάδες τη γερμανική και τη διεθνή κοινή γνώμη. Και μια και καθημερινά σχεδόν αποκαλύπτονται νέες παράνομες πράξεις αυτού του είδους, στις οποίες έχουν εμπλακεί τα τρία μεγαλύτερα κόμματα - οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) και η Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU της Βαυαρίας), αλλά και το κυβερνητικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) - και οι ανακρίσεις συνεχίζονται, ένα σημαντικό μέρος των πολιτών κουνάει το κεφάλι από αγανάκτηση και διερωτάται: Μα έχει πάθει τέτοια σήψη αυτή η κοινωνία; Οι «σκλάβοι της δουλειάς» επί Χίτλερ Βέβαια, αν αυτό το ζήτημα πρωτεύει αυτή τη στιγμή στην πολιτική σκηνή, δεν είναι καθόλου δευτερεύον το θέμα της αποζημίωσης των «σκλάβων της δουλειάς» στην περίοδο του χιτλερικού καθεστώτος και του Β` Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτό αφορά και την Ελλάδα, αφού, σύμφωνα με τη γνώμη Γερμανών ιστορικών, τότε υπήρχαν στη χιτλερική Γερμανία περίπου 15.000 - 17.000 «σκλάβοι της δουλειάς», που είχαν μεταφερθεί αναγκαστικά σε διάφορες γερμανικές πόλεις και σε αγροτικές περιοχές και πρόσφεραν την εργασία τους για ένα πιάτο νεροζούμι και μερικές πενταροδεκάρες σαν «ημερομίσθιο». Κατά τη γνώμη των ιστορικών αυτών, δεν αποκλείεται ένα μικρό μέρος αυτών των Ελλήνων εργατών να μεταφέρθηκε μισοεθελοντικά στη Γερμανία, αλλά στην πλειοψηφία τους πρόκειται για καταναγκασμένους εργάτες. Οι Γερμανοί ιστορικοί θεωρούν βέβαιο ότι την εποχή εκείνη και μέσα στην Ελλάδα υπήρχαν Έλληνες εργαζόμενοι και των δύο κατηγοριών που δούλευαν σε ελληνικά εργοστάσια για την πολεμική μηχανή της Γερμανίας, αλλά δεν μπορούν να γνωρίζουν ποιος ήταν ο αριθμός τους. Πάντως, τονίζουν, οι συνθήκες εργασίας τους δε διέφεραν καθόλου από τις συνθήκες των σκλάβων της δουλειάς από άλλες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης. Το θέμα απέκτησε επικαιρότητα, επειδή μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις μεταξύ της γερμανικής κυβέρνησης και της Εβραϊκής Επιτροπής Αξιώσεων (αποζημίωσης για την καταναγκαστική εργασία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης), της Jewish Claims Conferance (JCC) με έδρα την Ουάσιγκτον, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Σρέντερ ενέκρινε σχέδιο νόμου ίδρυσης Ιδρύματος για την Αποζημίωση και τη Διανομή στους Παθόντες ή τους Δικαιούχους-μέλη των οικογενειών τους ενός ποσού δέκα δισεκατομμυρίων μάρκων, που θα συγκεντρωθεί από το γερμανικό δημόσιο και 120 γερμανικές επιχειρήσεις, που απασχόλησαν «σκλάβους της δουλειάς». Από το ποσό αυτό, οι επιχειρήσεις, που απασχόλησαν «σκλάβους δουλειάς» (έχουν υποσχεθεί 5 δισ. μάρκα) έχουν καταβάλει έως τώρα 2 δισ. μάρκα, ενώ κατά την Εβραϊκή Επιτροπή υπάρχουν αποδειγμένα άλλες 149 επιχειρήσεις που απασχόλησαν καταναγκαστικά εργάτες και αρνούνται να συμμετάσχουν στο Ταμείο Αποζημιώσεων με διάφορα προσχήματα: Π.χ. ότι οι τότε επιχειρήσεις έχουν διαλυθεί και εξακολουθεί να υπάρχει μόνο ένα μέρος απ' αυτές και μάλιστα υπό άλλη μορφή ή ότι οι επιχειρήσεις τους άλλαξαν ιδιοκτήτες, άλλες ισχυρίζονται ότι φέρθηκαν απλόχερα στους ξένους εργάτες ή ότι δεν έχουν καμία υποχρέωση αποζημίωσης γιατί τα ημερομίσθια τα πλήρωσαν τότε στο γερμανικό κράτος. Οι αντιδράσεις Πάντως, το νομοσχέδιο δεν αποκλείεται να βραδύνει για να πάρει την τελική μορφή νόμου, γιατί ο διαπραγματευτής εκ μέρους της γερμανικής κυβέρνησης, φον Λάμπσντορφ, θα συνεχίσει τις συζητήσεις του με την Εβραϊκή Επιτροπή και επιπλέον επειδή εκφράστηκαν αντιρρήσεις σχετικά με ορισμένα σημεία του νομοσχεδίου. Ο εκπρόσωπος της Κοινότητας Συμφερόντων πρώην αναγκαστικών εργατών υπό το καθεστώς των ναζιστών, Αλφρεντ Χάουσερ, π.χ., άσκησε κριτική ότι με το νομοσχέδιο αποκλείονται από την αποζημίωση: α) Οι σκλάβοι της δουλειάς στα κατεχόμενα εδάφη έξω από τα σύνορα του Γ` Ράιχ. β) Όλοι οι Πολωνοί και Πολωνέζες που εργάστηκαν όχι στη γερμανική βιομηχανία, αλλά στη γερμανική γεωργία. γ) Όσοι έως τώρα πήραν κάποια αποζημίωση, το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από την αποζημίωση που θα τους υπολογιστεί τώρα. Η Ντάιντρε Μπέργκερ, διευθύντρια του Γραφείου του Βερολίνου της Αμερικανικής Εβραϊκής Επιτροπής, διεύρυνε την κριτική του νομοσχεδίου. Δήλωσε ότι αποτελεί απάτη να εξαιρεθούν αυτοί που πήραν κάποια αποζημίωση από την τωρινή αποζημίωση. Είναι άδικο να αποζημιωθούν μόνον όσοι εργάστηκαν μέσα στα τότε γερμανικά εδάφη. «Μήπως υπέφεραν λιγότερο όσοι σκλαβώθηκαν στα κατακτημένα εδάφη; Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από την προσπάθεια να μειωθεί ο αριθμός των δικαιούχων». Η κ. Μπέργκερ πρόσθεσε: «Δεν επιτρέπεται να γίνει αποδεκτή η γερμανική απαίτηση ο δικαιούχος να αποδείχνει λεπτομερειακά όσα υπέφερε. Πού να βρουν γέροι άνθρωποι τώρα τις αποδείξεις; Μήπως από τα αρχεία που δεν τα γνωρίζουν καν; Αλλά ωσότου πάρουν την απάντηση από εκεί, θα έχουν πεθάνει. Υπό συζήτηση είναι και το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 15.000 μάρκων. Πολλοί πρώην αναγκαστικοί εργάτες έχασαν όλη τους την περιουσία. Το νομοσχέδιο δεν επιτρέπεται να μείνει όπως έχει». Οι Σίντι και Ρόμα Αγανακτισμένοι με το νομοσχέδιο είναι και οι Σίντι και Ρόμα (Τσιγγάνοι). Ο πρόεδρος του κεντρικού συμβουλίου των Γερμανών Τσιγγάνων, Ρομάνι Ρόζε, έκανε διαβήματα στην κυβέρνηση και στην αμερικανική πρεσβεία στο Βερολίνο. Θεωρεί ότι οι Γερμανοί Τσιγγάνοι αποκλείονται ουσιαστικά από την αποζημίωση, παρότι εργάστηκαν σε πολεμικά εργοστάσια και ναζιστικές επιχειρήσεις, ενώ ζήτησε ένας εκπρόσωπός τους να συμμετάσχει στη διεύθυνση του Ιδρύματος Αποζημίωσης. Η κυβέρνηση απέρριψε τις αιτιάσεις των παθόντων Τσιγγάνων. Και κριτική στην JCC Ενδιαφέρον προκαλεί το υπό έκδοση στη Γερμανία βιβλίο του Εβραιοαμερικανού Νόρμαν Φινκελστάιν με τον τίτλο «Βιομηχανικό ολοκαύτωμα - ένα δοκίμιο για την εκμετάλλευση των εβραϊκών παθών», από το οποίο η «Μπερλίνερ Τσάιτουνγκ» (29/30 Γενάρη) προδημοσιεύει στοιχεία καθόλου κολακευτικά για την προαναφερθείσα εβραϊκή επιτροπή. Κατά τη γνώμη του συγγραφέα, η επιτροπή δε διαχειρίστηκε σωστά τα ποσά που πήρε έως τώρα από τη Γερμανία και εκφράζει αμφιβολίες εάν και τώρα η διαχείριση θα είναι καλύτερη. Αναφέρει, π.χ., ότι η Εβραϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι επιζούν ακόμα σήμερα 135.000 από τους Εβραίους των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τους Εβραίους «σκλάβους της δουλειάς», ενώ έγκυροι ιστορικοί υπολογίζουν τους επιζώντες Εβραίους το πολύ σε 20.000. Αυτό σημαίνει ότι η Εβραϊκή Επιτροπή θα εισπράξει αποζημιώσεις για 135.000 άτομα, ενώ θα μοιράσει 30 εκατομμύρια μάρκα (20.000 Χ 15.000 μάρκα / άτομο). Και στο τέλος θα μείνει στα χέρια της Εβραϊκής Επιτροπής ένα μεγάλο ποσό δισεκατομμυρίων. «Αυτό τελικά θα αποβεί σε βάρος άλλων δικαιούχων, αφού το μεγαλύτερο ποσό θα το εισπράξει η Εβραϊκή Επιτροπή των ΗΠΑ. Αυτά και άλλα ενδιαφέροντα αναφέρονται στο δοκίμιο του Φινκελστάιν. Κακός οιωνός Από όσα προαναφέραμε για το γερμανικό νομοσχέδιο, γίνεται φανερό ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι στις χιτλερικές βιομηχανίες δεν έχουν μεγάλες ελπίδες να διεκδικήσουν αποζημιώσεις. Ωστόσο, θα πρέπει να ζητήσουν συγκεκριμένες απαντήσεις από το αρμόδιο (νομικό) τμήμα της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα και από το αρμόδιο τμήμα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Πάντως, αποτελεί κακό οιωνό η απόφαση του πρωτοδικείου της Στουτγκάρδης στις 25 Γενάρη σχετικά με την αίτηση αποζημίωσης δύο Δανέζων «σκλάβων της δουλειάς», που το 1944-'45 δούλευαν καθημερινά επί 12 ώρες στις επιχειρήσεις του Μπος στο Βραδεμβούργο. Ο ένας απ' αυτούς πέθανε το καλοκαίρι του 1999 και τη δίκη τη συνέχισε η χήρα του. Η δικαστική απόφαση για την αγωγή αποζημίωσης εκδόθηκε μία μέρα πριν την έγκριση του νομοσχεδίου αποζημιώσεων από το γερμανικό Υπουργικό Συμβούλιο. Η απόφαση απέρριψε την αγωγή με το εξής αιτιολογικό (το ποσό που διεκδικούσε ο καθένας ήταν 39.000 μάρκα): Η προθεσμία παραγραφής αυτού του είδους αγωγών λήγει τρία χρόνια μετά την υπογραφή της γνωστής συμφωνίας 214 του 1991. Αυτό το αποφάσισε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης το 1996. Σχολιάζοντας τη νομική ερμηνεία για την τρίχρονη παραγραφή, αρχίζοντας από το 1991, η «Νόιες Ντόιτσλαντ» (26 Γενάρη) γράφει ότι πρόκειται για «κυνισμό» επειδή αγνοούνταν πλήρως το γεγονός πως η εργασία σκλάβων και αναγκαστικών εργατών χαρακτηρίστηκε από το (Διεθνές) Δικαστήριο της Νυρεμβέργης μη παραγραφόμενο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, πράγμα που ισχύει και για την Ομοσπονδιακή Γερμανία. Ο Θανάσης ΒΟΡΕΙΟΣ είναι δημοσιογράφος 04/02/2003 |
|
|
|
|