"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Η σελίδα των τσιγγάνων

Αρχείο

 

 Κεντρική Σελίδα

 

Εγγυήσεις για την ακεραιότητα των κρατουμένων ζητούν διεθνείς οργανώσεις

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΤΣΙΓΓΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ έλαβε ένα φάκελο με καταγγελίες της ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ World Organization Against Torture (OMCT), εναντίον Τσιγγάνων πολιτών στη χώρα μας και ένα ιστορικό για την κατάσταση που επικρατεί σε βάρος των ROMA στην Ελλάδα. Δημοσιεύουμε τις καταγγελίες και το ιστορικό παραβιάσεων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανεπιφύλακτα.

Υπόθεση GRE 290403. ESCR


Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα
Απειλή παράνομης έξωσης κοινότητας Ρομά/Άρνηση πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες

[μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο διαθέσιμο ΕΔΩ]

Η Διεθνής Γραμματεία της Παγκόσμιας Οργάνωσης Κατά των Βασανιστηρίων (OMCT) ζητά την ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ παρέμβασή σας στην ακόλουθη κατάσταση στην Ελλάδα.

Σύντομη περιγραφή της κατάστασης

Η Διεθνής Γραμματεία της OMCT πληροφορήθηκε από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), μέλος του δικτύου της OMCT, για την απόπειρα αστυνομικών να κάνουν έξωση σε μια κοινότητα Ρομά που διαμένει στην περιοχή Νέας Ζωής Ασπροπύργου, περίπου 15 χιλιόμετρα δυτικά της Αθήνας. Το περιστατικό αυτό συνέβη ενώ η συγκεκριμένη κοινότητα των Ρομά, που διαμένει στον Ασπρόπυργο, περιμένει ακόμα την εγκατάσταση παροχής νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς είχαν υποσχεθεί οι ελληνικές αρχές και είχαν εξαγγείλει επισήμως στο Συμβούλιο της Ευρώπης το Σεπτέμβριο του 2002.

Σύμφωνα με πληροφορίες που λάβαμε, στις 21 Απριλίου 2003, κατά τις τρεις το μεσημέρι, αστυνομικό όχημα της ΕΛ.ΑΣ. κατέφθασε στον καταυλισμό των Ρομά στον Ασπρόπυργο. Αναφέρεται ότι δυο αστυνομικοί είπαν ότι «αγοράστηκε το οικόπεδο και ο ιδιοκτήτης μας στέλνει να σας πούμε να φύγετε γιατί θέλει να το καθαρίσει και να το περιφράξει». Αναφέρεται επίσης ότι έδωσαν στους Ρομά διορία δυο εβδομάδων προκειμένου να μαζέψουν τα υπάρχοντά τους και να αποχωρήσουν. Αν και οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι αστυνομικοί είχαν στα χέρια τους έγγραφα, τα οποία και έδειξαν στους Ρομά, δεν τους επέδωσαν κάποια επίσημη απόφαση έξωσής τους.

Λίγες ημέρες νωρίτερα ένα άτομο, φερόμενο ως ιδιοκτήτης γειτονικού οικοπέδου όπου επίσης διαμένουν Ρομά, τους ζήτησε να φύγουν από το φερόμενο οικόπεδό του μέσα σε είκοσι ημέρες και τους απείλησε ότι σε αντίθετη περίπτωση θα «έφερνε την αστυνομία».

Σύμφωνα με πληροφορίες που λάβαμε, την επόμενη ημέρα, 22 Απριλίου 2003, συνεργάτης του ΕΠΣΕ, που είναι επίσης μέλος του ΣΟΚΑΔΡΕ (Συντονιστικό Οργανώσεων και Κοινοτήτων για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Ρομά στην Ελλάδα), τηλεφώνησε στο Αστυνομικό Τμήμα Ασπροπύργου προκειμένου να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το συμβάν. Αναφέρεται ότι ο αστυνομικός δήλωσε άγνοια του περιστατικού και του συνέστησε να επικοινωνήσει με το διοικητή του εν λόγω Α.Τ. Πρόσθεσε όμως ότι το Α.Τ. είναι πολλές φορές αποδέκτης καταγγελιών από περιοίκους της περιοχής οι οποίοι ζητούν την παρέμβαση της αστυνομίας προκειμένου να απομακρυνθούν οι Ρομά που διαμένουν σε διάφορες τοποθεσίες στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Ζωής. Στις 23 Απριλίου 2003, ο Διοικητής του Α.Τ. Ασπροπύργου δήλωσε στο συνεργάτη των ΕΠΣΕ και ΣΟΚΑΔΡΕ την άγνοιά του για το συμβάν και τον παρέπεμψε σε άλλα όργανα που επίσης δεν έδωσαν καμιά πληροφορία. Κατόπιν του συμβάντος, αναφέρεται ότι στις 23 Απριλίου, το ΣΟΚΑΔΡΕ απέστειλε επιστολή στο Αστυνομικό Τμήμα Ασπροπύργου, ζητώντας να τους χορηγηθεί το οποιοδήποτε έγγραφο δικαιολογούσε την ενέργεια των οργάνων του. Έως τώρα δεν έχει λάβει κανένα άλλο έγγραφο.

Το περιστατικό συνέβη σε μια περίοδο που, καθώς αναφέρεται, η κοινότητα των Ρομά Ασπροπύργου περιμένει την εγκατάσταση παροχής νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, όπως υποσχέθηκαν οι ελληνικές αρχές. Παρά τις διαβεβαιώσεις της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στις 11 Σεπτεμβρίου 2002, ότι «όλα τα απαραίτητα μέτρα πάρθηκαν ώστε να έχει ο καταυλισμός των Ρομά στον Ασπρόπυργο όλες τις κοινωφελείς υπηρεσίες», στον καταυλισμό δεν υπάρχει ακόμα παροχή νερού και ρεύματος.

Η διαβεβαίωση των ελληνικών αρχών, τον περασμένο Σεπτέμβριο, ότι πάρθηκαν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε ο καταυλισμός των Ρομά στον Ασπρόπυργο να έχει όλες τις κοινωφελείς υπηρεσίες, έρχεται σε αντίθεση με την άρνηση παροχής τέτοιων υπηρεσιών από το δήμο Ασπροπύργου καθώς και με την απόπειρα έξωσης των Ρομά που συνέβη στις 21 Απριλίου 2003.

Ιστορικό

Αυτή η απόπειρα έξωσης, καθώς και η άρνηση πρόσβασης σε παροχή νερού και ηλεκτρικού ρεύματος (και παρά τις διαβεβαιώσεις των ελληνικών αρχών ότι έχουν ήδη παράσχει αυτές τις υπηρεσίες στον καταυλισμό Ασπροπύργου) συμβαίνει στα πλαίσια μιας κατάστασης διαρκούς παρενόχλησης των Ρομά που διαμένουν στον Ασπρόπυργο, συμπεριλαμβάνοντας πρωτίστως απόπειρες αλλά και πραγματοποιημένες βίαιες εξώσεις, καθώς και το γεγονός ότι οι συνθήκες διαβίωσης δεν ανταποκρίνονται στα διεθνή πρότυπα για την απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων.

Εκτός από την έλλειψη νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, όπως έχει αναφερθεί ήδη, οι Ρομά της Νέας Ζωής Ασπροπύργου, ζουν δίπλα από μία χωματερή που δεν χρησιμοποιείται πλέον, εν μέσω αποθηκών και μικρών βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Μόνο 6 οικογένειες ζουν τώρα στον εν λόγω καταυλισμό, αν και όταν ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης Alvaro Gil-Robles είχε επισκεφτεί τον καταυλισμό τον Ιούνιο του 2002 υπήρχαν περίπου 20 οικογένειες. Οι υπόλοιπες οικογένειες αναγκάστηκαν να φύγουν εξαιτίας των συχνών αστυνομικών επιδρομών ή λόγω της έλλειψης υποδομής και προβλημάτων με ναρκωτικά. Κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα, ο κ. Robles πήγε στον καταυλισμό και δήλωσε τα ακόλουθα στην έκθεσή του: «Δεν έχω λόγια να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στις οικογένειες για την υποδοχή τους, καθώς αυτοί οι άνθρωποι ζουν σε συνθήκες που απέχουν πάρα πολύ από όσα προϋποθέτει ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ειδικότερα χωρίς τρεχούμενο νερό μεταξύ άλλων απαραιτήτων υπηρεσιών.»

Οι αναφορές για απόπειρες ή πραγματοποιηθείσες βίαιες εξώσεις των Ρομά Ασπροπύργου πληθαίνουν ανησυχητικά. Καθώς σκιαγραφείται από τα παραδείγματα παρακάτω, οι απόπειρες ή πραγματοποιηθείσες βίαιες εξώσεις που γίνονται από το δήμο Ασπροπύργου περιλαμβάνουν ορισμένα όμοια χαρακτηριστικά, όπως είναι η περιφρόνηση του εσωετρικού και διεθνούς δικαίου, η απουσία αποφάσεων έξωσης, η έλλειψη εναλλακτικής στέγασης και αποζημίωσης των θυμάτων, καθώς και η έλλειψη έγκαιρης και αντικειμενικής διερεύνησης των ενεργειών του δήμου Ασπροπύργου.

- Στις 16 Φεβρουαρίου 1999, εργάτες του δήμου Ασπροπύργου, με τη συνοδεία των δύο αντιδημάρχων και της αστυνομίας, εισέβαλαν στον καταυλισμό της Νέας Ζωής με ένα βυτιοφόρο, δύο μπουλντόζες, ένα τζιπ και δύο αστυνομικά οχήματα. Οι υπάλληλοι του συνεργείου του δήμου κατεδάφισαν πέντε παράγκες με τις δύο μπουλντόζες και τους έβαλαν φωτιά. Ο καταυλισμός αποτελούνταν συνολικά από δώδεκα κτίσματα, με περίπου 100 κατοίκους. Οι Ρομά δεν είχαν αρκετό χρόνο να απομακρύνουν τα υπάρχοντά τους. 'Αλλοι κάτοικοι Ρομά έλειπαν όταν έγινε η επιχείρηση.

- Στις 14 Ιουλίου 2000, οι δημοτικές αρχές Ασπροπύργου, με μία μπουλντόζα, μπήκαν σε έναν καταυλισμό σκηνιτών Ρομά στον Ασπρόπυργο. Παρουσία του Δημάρχου Ασπροπύργου και της αστυνομίας, κατεδάφισαν τα περισσότερα σπίτια στον καταυλισμό των Ρομά, προκαλώντας την απώλεια όλων των προσωπικών ειδών που ανήκαν σε Έλληνες και Αλβανούς Ρομά. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, δεν επιδείχθηκαν στις οικογένειες των Ρομά πρωτόκολλα ή αποφάσεις εξώσεων. Η επιχείρηση έγινε χωρίς την εντολή ή την παρουσία εισαγγελέα, όπως απαιτείται σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία σε περιπτώσεις παραβίασης ιδιωτικής ζωής και ασύλου. Οι ενέργειες των υπηρεσιών του δήμου Ασπροπύργου είχαν ως αποτέλεσμα την έξωση των Ρομά από τον καταυλισμό τους και την καταστροφή των σπιτιών τους. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, οκτώ σπίτια μόνο, στα οποία διέμεναν άνθρωποι με προβλήματα υγείας και ηλικιωμένοι, γλίτωσαν προσωρινά από την κατεδάφιση. Μετά από την κατεδάφιση, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μετεγκατασταθούν σε ένα κοντινό άδειο οικόπεδο, στην ευρύτερη περιοχή Ασπροπύργου. Ο N.A., ένας τριανταπεντάχρονος Ρομ, ο οποίος υπήρξε μάρτυρας της καταστροφής του σπιτιού του καθώς και αρκετών άλλων, είπε ότι δεν δόθηκε αρκετός χρόνος στους κατοίκους να απομακρύνουν τα υπάρχοντά τους και περιέγραψε ότι η μπουλντόζα δεν ισοπέδωσε απλώς τις παράγκες, αλλά χρησιμοποίησε τη δαγκάνα για να χώσει τα συντρίμμια στο έδαφος και να τα σκεπάσει με χώμα, θάβοντας έτσι τα υπάρχοντα αυτών των ανθρώπων. Σύμφωνα με το N.A., το συνεργείο κατεδάφισης του δήμου έβαλε φωτιά σε ότι είχε απομείνει, κυρίως κομμάτια από χαρτόνι και ξύλα, που ήταν ακόμα στο έδαφος.

- Στις 17 και 18 Ιουλίου 2001, δύο δημοτικοί αστυνομικοί και δύο κρατικοί αστυνομικοί επισκέφτηκαν έναν από τους πρόχειρους καταυλισμούς, που βρίσκεται δίπλα σε μια χωματερή, και είπαν στις οικογένειες των Ρομά ότι θα έπρεπε να φύγουν από την περιοχή εντός τριών ημερών. Σύμφωνα με τη Διονυσία Παναγιωτοπούλου, μια Ρομνί η οποία είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά της δίπλα από τη χωματερή και η οποία είναι εκπρόσωπος της κοινότητας στη μη-κυβερνητική οργάνωση ΣΟΚΑΔΡΕ, οι αστυνομικοί δεν επέδωσαν κανένα έγγραφο και απείλησαν τις οικογένειες ότι εάν δεν φύγουν εντός τριών ημερών, θα στείλουν τις ειδικές δυνάμεις για να τους «περιποιηθούν». Οι αρχές δεν έκαναν τίποτα σε συνέχεια αυτών των απειλών και οι Ρομά ζουν ακόμα δίπλα από τη χωματερή.

- Το πρωί, στις 13 Σεπτεμβρίου 2001, οι δημοτικές αρχές Ασπροπύργου, υπό τις οδηγίες του Δημάρχου Ασπροπύργου Γ. Λιάκου, προχώρησαν στην καταστροφή έξι σπιτιών με το σύνολο του περιεχομένων τους, και προξένησαν φθορές σε ένα ακόμα. Τα κατεστραμμένα σπίτια άνηκαν σε 4 οικογένειες Ελλήνων και 3 οικογένειες Αλβανών Ρομά. Μια μπουλντόζα του δήμου Ασπροπύργου, με τη συνοδεία κρατικών και δημοτικών αστυνομικών οργάνων, άρχισαν να κατεδαφίζουν τις παράγκες των Ρομά. Αναφέρεται ότι ένας κάτοικος πλησίασε τους αστυνομικούς και τους ζήτησε να δει τα έγγραφα που νομιμοποιούσαν την κατεδάφιση. Σύμφωνα με το Β.A., ένας από τους δημοτικούς αστυνομικούς του είπε ότι δεν υπήρχαν σχετικά έγγραφα. Ένας από τους κρατικούς αστυνομικούς φέρεται να δήλωσε ότι είχε την εντύπωση ότι υπήρχε κάποιο πρωτόκολλο έξωσης, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ο Β.A. διηγήθηκε ότι πληροφόρησε τους αστυνομικούς ότι η ενέργεια της έξωσης ήταν παράνομη χωρίς τη σχετική εξουσιοδότηση. Οι δημοτικές αρχές Ασπροπύργου σταμάτησαν την επιχείρηση κατόπιν παρέμβασης του Συνηγόρου του Πολίτη και του ΕΠΣΕ. Σύμφωνα με αναφορές που λάβαμε, ένα αστυνομικό όχημα βρισκόταν κοντά όταν συνέβαινε η καταστροφή των σπιτιών αλλά δεν παρενέβη.

- Στις 28 Σεπτεμβρίου 2002, μια μπουλντόζα του δήμου Ασπροπύργου, καθώς και ένα περιπολικό της Δημοτικής Αστυνομίας με 4 άτομα, επισκέφθηκαν ένα Ρομ, το Σ.K., ο οποίος διαμένει στην περιοχή της Νέας Ζωής. Ο Ρομ έχτιζε ένα κατάλυμα σε ιδιόκτητο οικόπεδο όταν έφτασαν η μπουλντόζα και η δημοτική αστυνομία και του είπαν ότι θα έπρεπε να γκρεμίσει το κατάλυμα. Η Δ. Παναγιωτοπούλου τους ρώτησε εάν είχε εκδοθεί απόφαση από την τοπική πολεοδομία, η οποία εξουσιοδοτούσε την κατεδάφιση. Οι δημοτικοί αστυνομικοί ισχυρίσθηκαν ότι υπήρχε σχετική απόφαση να γκρεμιστούν όλα τα αυθαίρετα οικήματα στην περιοχή, αλλά ότι δεν είχε εκδοθεί ακόμα και συνεπώς δεν μπορούσαν να της δώσουν αντίγραφο. Όταν η Δ. Παναγιωτοπούλου τους ρώτησε εάν εκτελούσαν εντολές του δημάρχου, οι δημοτικοί αστυνομικοί απάντησαν ότι εκτελούσαν εντολές της πολεοδομίας. Αυτό είναι μάλλον απίθανο, καθώς, στις περιπτώσεις αυτές, η πολεοδομία χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) και όχι της δημοτικής αστυνομίας. Είναι επίσης απίθανο, εάν στην πραγματικότητα οι δημοτικές αρχές είχαν ζητήσεις την παρέμβαση της δημοτικής αστυνομίας, ότι δεν βρισκόταν παρών κανένας εκπρόσωπος της πολεοδομίας. Τέλος, η 28 Σεπτεμβρίου 2002 ήταν Σάββατο, ημέρα που οι νομαρχιακές υπηρεσίες (στις οποίες ανήκει η πολεοδομία) είναι κλειστές. Τελικά, η δημοτική αστυνομία και η μπουλντόζα αποχώρησαν, ενώ οι αστυνομικοί έδωσαν διορία στο Σ.K. έως τη Δευτέρα για να κατεδαφίσει ο ίδιος το κατάλυμα, αλλιώς θα το αναλάμβαναν αυτοί. Η δημοτική αστυνομία δεν πραγματοποίησε την απειλή της και στις 30 Σεπτεμβρίου 2002 το ΣΟΚΑΔΡΕ υπέβαλε εκ μέρους της κοινότητας Νέας Ζωής, αναφορά στο Συνήγορο του Πολίτη. Στις 24 Οκτωβρίου 2002, ο Συνήγορος του Πολίτη απέστειλε επιστολή (Αρ. Πρωτ. 19000.2.2) στο δήμο Ασπροπύργου, ζητώντας την άποψη των δημοτικών αρχών για το εν λόγω ζήτημα. Στις 12 Φεβρουαρίου 2003, οι δημοτικές αρχές απάντησαν (Αρ. Πρωτ. 3205) ισχυριζόμενες ότι κανένας δημοτικός υπάλληλος δεν είχε αναμειχθεί σε τέτοιες ενέργειες τη συγκεκριμένη ημέρα. Η επιστολή του δήμου Ασπροπύργου κατέληγε με τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα, κυρίως ότι ... κάποιοι άγνωστοι, ενδεχομένως και να ήταν ιδιωτικοί αστυνομικοί, παρουσιάστηκαν ως δημοτικοί αστυνομικοί, ενώ δεν ήταν στην πραγματικότητα. Το ΣΟΚΑΔΡΕ επικοινώνησε με τη Δ. Παναγιωτοπούλου και τη σύζυγο του Σ.K., Γ.K. (η οποία ήταν επίσης παρούσα στο περιστατικό), οι οποίες και επιβεβαίωσαν τα γεγονότα. Η Γ.K. πρόσθεσε επίσης ότι ένας από τους δημοτικούς αστυνομικούς ήταν γνωστός του συζύγου της, συνεπώς ήταν αδύνατο να έκανε λάθος σχετικά με την ταυτότητα του αστυνομικού. Στις 21 Φεβρουαρίου 2003, το ΣΟΚΑΔΡΕ υπέβαλε αναφορά στο Συνήγορο του Πολίτη με τον ισχυρισμό ότι η απάντηση του δήμου δεν ήταν επαρκής.

Το πλήθος των αποπειρών ή πραγματοποιηθεισών βίαιων εξώσεων Ρομά στον Ασπρόπυργο, σε συνδυασμό με μια γενική τακτική παρενόχλήσης και άρνησης πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, συνιστούν συστηματική πρακτική παρεμπόδισης των Ρομά από τη μακροπρόθεσμη εγκατάστασή τους και ενσωμάτωσή τους στο Δήμο.

Ενέργειες που ζητούνται

Παρακαλούμε γράψετε στις ελληνικές αρχές παροτρύνοντάς τις:

α) να εγγυηθούν το δικαίωμα σε επαρκή στέγαση της κοινότητα των Ρομά Νέας Ζωής, και κυρίως τα ακόλουθα: ασφάλεια διαμονής, πρόσβαση σε δημόσια και περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες, ελευθερία από τη στέρηση περιουσίας, δικαίωμα στην ενημέρωση και επανεγκατάσταση, όπως αναγνωρίζονται από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τα Γενικά Σχόλια Αρ. 4 και Αρ. 7 της Επιτροπής για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του ΟΗΕ και τη Διεθνή Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων, μεταξύ άλλων.

β) να παράσχουν άμεσα δημόσιες υπηρεσίες κοινής ωφελείας (νερό, ηλεκτρικό κ.λπ.) στην κοινότητα των Ρομά Νέας Ζωής, καθώς δεσμεύθηκαν στο Συμβούλιο της Ευρώπης και σύμφωνα με τα Γενικό Σχόλιο Αρ. 15 της Επιτροπής για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του ΟΗΕ περί δικαιώματος σε παροχή νερού.

γ) να εγγυηθούν την άμεση διερεύνηση όλων των συνθηκών αυτών των γεγονότων, να βρεθούν οι υπεύθυνοι, να προσαχθούν ενώπιον αρμόδιου αστικού και αμερόληπτου δικαστηρίου και να επιβληθούν οι ποινικές, αστικές και/ή διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο.

δ) να εγγυηθούν ότι οι δημοτικές αρχές Ασπροπύργου τηρούν τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις οποίες η Ελλάδα έχει αποδεχτεί.

ε) να εγγυηθούν το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών σε όλη την επικράτεια σύμφωνα με τη διεθνή νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Διευθύνσεις

Κωνσταντίνος Σημίτης, Πρωθυπουργός, Γραφείο Πρωθυπουργού στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, Κτίριο Βουλής των Ελλήνων, Πλατεία Συντάγματος, Αθήνα / Ελλάδα, Φαξ: (+30) 2107241776, Ε-mail: mail@primeminister.gr
Γιώργος Παπανδρέου, Υπουργός Εξωτερικών, Υπουργείο Εξωτερικών, Ακαδημίας 1, Αθήνα, Ελλάδα, Φαξ: (+30) 2103681433, E-mail: gpap@mfa.gr
Γιώργος Καμίνης, Συνήγορος του Πολίτη, Φαξ: (+30) 2107289643
Κώστας Σκανδαλίδης, Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Φαξ: (+30) 2103233218

Παρακαλούμε να γράψετε επίσης στις πρεσβείες της Ελλάδας στην αντίστοιχη χώρα σας.

**************

Γενεύη, 29 Απριλίου, 2003

office@greekhelsinki.gr

OMCT - ΕΠΣΕ

 

Δημόσιο έγγραφο

Διεθνής Aμνηστία

Άρχισε χθες η τακτική ανάκριση για τους ξυλοδαρμούς Ρόμα εδώ στο Αργοστόλι στο Αστυνομικό Τμήμα Αργοστολίου.


ΕΛΛΑΔΑ

Καταγγελία κακομεταχείρισης
δύο νεαρών Ρομά, των Θεόδωρου
Στεφάνου και Νίκου Θεοδωρόπουλου,
από αστυνομικούς στην Κεφαλονιά


Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί για ισχυρισμούς ότι μέλη της κοινότητας των Ρομά στην Ελλάδα υπέστησαν κακοποίηση από τις αστυνομικές δυνάμεις λόγω της εθνοτικής τους ταυτότητας.

Ο Θεόδωρος Στεφάνου και ο Νίκος Θεοδωρόπουλος, δύο Ρομά ηλικίας 16 και 18 ετών αντίστοιχα, σύμφωνα με καταγγελίες δέχτηκαν προσβολές και υποβλήθηκαν σε κακομεταχείριση από αστυνομικούς στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς, στις 4 και 5 Αυγούστου 2001.


Στη δήλωσή του, ο Νίκος Θεοδωρόπουλος, κάτοικος Αργοστολίου, καταγγέλλει ότι, ενώ βρισκόταν στους δρόμους του Αργοστολίου με τέσσερις συγγενείς του αργά το βράδυ της 4ης Αυγούστου 2001, τους πλησίασε ο ιδιοκτήτης παρακείμενου περιπτέρου, ο οποίος υποστήριξε ότι είχαν κλαπεί από αυτόν κάποια χρήματα. Κλήθηκε η αστυνομία, συνέλαβε τους πέντε Ρομά και προχώρησε σε αναζήτηση άλλων συγγενών τους.

Στο αστυνομικό τμήμα, το Νίκο Θεοδωρόπουλο ανέκριναν σχετικά με την κλοπή ο διοικητής του τμήματος και δύο άλλοι αστυνομικοί. Περιγράφει την ανάκρισή του ως εξής: "Ήθελαν να ομολογήσω ότι εγώ και οι άλλοι Ρομά είχαμε κλέψει τα χρήματα. Όταν αρνήθηκα, εκείνοι [δύο από τους αστυνομικούς] άρχισαν να με χτυπούν, χαστουκίζοντας και γρονθοκοπώντας με στο πρόσωπο, πατώντας με τις αρβύλες τους τα σχεδόν γυμνά πόδια μου. Μετά [από αυτό] [οι αστυνομικοί] με άφησαν να κοιμηθώ μέχρι τις 4 πμ [οπότε] με ξύπνησαν για [να μου πάρουν] επίσημη κατάθεση. Αρνήθηκαν να το κάνω χωρίς τον δικηγόρο μου, αλλά άρχισαν πάλι να με χτυπούν. Επειδή πονούσα, συμφώνησα να τη δώσω [την κατάθεση] χωρίς τον δικηγόρο. Αρνήθηκα κάθε ανάμιξη στην κλοπή, όμως εκείνοι έγραψαν στην κατάθεση ότι είχα ομολογήσει [την κλοπή]. Απείλησαν ότι θα με χτυπούσαν ξανά αν δεν υπέγραφα [την κατάθεση], έτσι υπέγραψα". Όταν προσήχθη σε δίκη στις 6 Αυγούστου 2001, ο Νίκος Θεοδωρόπουλος μίλησε στο δικαστήριο σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψε την κατάθεση στο αστυνομικό τμήμα και αρνήθηκε τις κατηγορίες εναντίον του. Στη συνέχεια αθωώθηκε.

Σε σχέση με το ίδιο περιστατικό, ο 16χρονος Θεόδωρος Στεφάνου υποστηρίζει ότι υποβλήθηκε και αυτός σε κακομεταχείριση από τους ίδιους αστυνομικούς την ίδια ημέρα. Στη δήλωσή του, ο Θεόδωρος Στεφάνου, κάτοικος Πατρών, καταγγέλλει ότι πήγε από την πόλη του στο Αργοστόλι με φορτηγό. Χρησιμοποίησε επίσης το όχημα ως χώρο ύπνου κατά την παραμονή του στο νησί. Αφού βγήκε με τον εξάδελφό του, ο Θεόδωρος Στεφάνου επέστρεψε στο φορτηγό τις πρώτες πρωινές ώρες της 5ης Αυγούστου, οπότε και πληροφορήθηκε από την αδελφή του ότι τρεις αστυνομικοί είχαν έρθει νωρίτερα και τον έψαχναν, ενώ ερεύνησαν και το όχημα. Μόλις το πληροφορήθηκε από την αδελφή του, ο Θεόδωρος Στεφάνου και ο εξάδελφός του παρουσιάστηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αργοστολίου όπου και κρατήθηκαν για ανάκριση, κατηγορούμενοι ότι έκλεψαν χρήματα από ένα περίπτερο που βρισκόταν περίπου 300 μέτρα μακριά από το σημείο όπου ήταν σταθμευμένο το φορτηγό.

Ο Θεόδωρος Στεφάνου περιέγραψε την ανάκρισή του από τρεις αστυνομικούς (ένας από τους οποίους ήταν ο Διοικητής του αστυνομικού τμήματος Αργοστολίου) ως εξής: "Οι αστυνομικοί άρχισαν να μου κάνουν ερωτήσεις πού βρισκόμουν και πού είχα κρύψει τα χρήματα. Αυτό κράτησε περίπου 30 λεπτά. Είχα πραγματικά μπερδευτεί από όλες αυτές τις ερωτήσεις τους, όταν ξαφνικά [ένας από τους αστυνομικούς] άρχισε να με γρονθοκοπεί στο κεφάλι". Ο τρίτος αστυνομικός, σύμφωνα με την καταγγελία, έφυγε τότε από το δωμάτιο, αφήνοντας τον Θεόδωρο Στεφάνου να ανακρίνεται από τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος και τον συνάδελφό του. Για τα επόμενα δεκαπέντε λεπτά, ζητούσαν από τον Θεόδωρο Στεφάνου να απαντά στις ερωτήσεις που του έθετε ο Διοικητής του αστυνομικού τμήματος ενώ τον χτυπούσε και τον χαστούκιζε επανειλημμένα ο άλλος αστυνομικός. Όταν ρωτήθηκε αν είχε τηλεφωνήσει στον κουνιάδο του από το περίπτερο, ο Θεόδωρος Στεφάνου απάντησε ότι είχε χρησιμοποιήσει το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο είχε αφήσει στο φορτηγό.

Οι αστυνομικοί του πέρασαν χειροπέδες και τον συνόδευσαν στο φορτηγό, πήραν το κινητό τηλέφωνο και έφεραν ξανά τον Θεόδωρο Στεφάνου στο αστυνομικό τμήμα για περαιτέρω ανάκριση: "μου έβγαλαν τις χειροπέδες και [ο ίδιος αστυνομικός όπως προηγουμένως] άρχισε να με χτυπά για άλλο ένα τέταρτο της ώρας, ρωτώντας με ξανά πού είχα κρύψει τα χρήματα. Μετά τον δεύτερο γύρο χτυπημάτων, με πήγαν στον μικρό διάδρομο ακριβώς έξω από το γραφείο, μαζί με άλλους πέντε φίλους μου, όλους Ρομά, οι οποίοι είχαν συλληφθεί για το ίδιο περιστατικό. Έδωσαν σε έναν από αυτούς λίγο νερό και, καθώς διψούσα πραγματικά, ζήτησα κι εγώ ένα ποτήρι νερό. Ένας αστυνομικός αρνήθηκε να μου δώσει νερό, αλλά μετά από λίγο μου έδωσαν. Μετά μου είπαν να πάω σε έναν παρακείμενο χώρο (κάτι σαν χολ), αλλά μετά από λίγη ώρα ήρθε ένας αστυνομικός και μου είπε να πάω ξανά στο χώρο ακριβώς έξω από τα γραφεία και να κάτσω χωρίς να έχω οπτική επαφή με τους άλλους, μάλλον έτσι ώστε να μην μπορούμε να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον. Έκατσα εκεί για περίπου 30 λεπτά, ενώ στο μεταξύ εμφανίστηκε ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου. Με πήγαν ξανά στο γραφείο, όπου ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου είπε ότι δεν με είχε δει κοντά στο περίπτερό του την ώρα της κλοπής. Τότε μου είπαν να πάω να περιμένω έξω, και μετά από λίγη ώρα μου είπαν να πάω να περιμένω στο χολ. Καθώς ήταν πολύ αργά και πονούσα πολύ, γρήγορα αποκοιμήθηκα. Τότε, ήρθε ένας αστυνομικός και μου είπε ότι ήμουν ελεύθερος να φύγω".

Στις 5 Αυγούστου 2001, ο Θεόδωρος Στεφάνου εξετάστηκε από γιατρό στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κεφαλονιάς. Το ιατρικό πιστοποιητικό αναφέρει ότι βρέθηκε να πάσχει από "[α]ναφερόμενη κάκωση κεφαλής από 12ώρου μετά από χτύπημα (ξυλοδαρμός)" που είχε ως αποτέλεσμα ζάλη, έντονη κεφαλαλγία και μικρή αδυναμία προσήλωσης του βλέμματος. Η ιατρική έκθεση περιγράφει επίσης "[μ]ικρό κεφαλαιμάτωμα μετωπιαία αριστερά, οίδημα και ευαισθησία στη πίεση της ράχης της μύτης".

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές να πραγματοποιήσουν έγκαιρη, διεξοδική και αμερόληπτη έρευνα των παραπάνω καταγγελιών και, αν είναι βάσιμες, να προσαγάγουν στη δικαιοσύνη όποια πρόσωπα τυχόν ευθύνονται, καθώς και να διασφαλίσουν ότι οι Νίκος Θεοδωρόπουλος και Θεόδωρος Στεφάνου θα λάβουν δίκαιη και επαρκή αποζημίωση, όπως απαιτούν τα διεθνή πρότυπα.

Το Ελληνικό Σύνταγμα και η εθνική νομοθεσία απαγορεύουν ρητά τη χρήση κακομεταχείρισης ή βασανισμού.

Το ?ρθρο 7, παράγραφος 2, του Ελληνικού Συντάγματος αναφέρει ότι: "Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει".

Βάσει της εθνικής νομοθεσίας, το Άρθρο 137 Α-Δ του Ποινικού Κώδικα, που ασχολείται με "Βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας", ορίζει τα βασανιστήρια ως " κάθε μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου, ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, καθώς και κάθε παράνομη χρησιμοποίηση χημικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνητών μέσων με στόχο να κάμψουν τη βούληση του θύματος" (Άρθρο 137Α, παράγραφος 2) - όταν τη διαπράττει "υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων? [σε] πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του με σκοπό: α) να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής η άλλης ιδεολογίας? β) να το τιμωρήσει? γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα" (Άρθρο 137 Α, παράγραφος 1).

Η κατ' αρχήν προβλεπόμενη ποινή για κάποιον που κρίνεται ένοχος βασανισμού κυμαίνεται από τριετή έως ισόβια κάθειρξη. Η ποινή είναι τουλάχιστον δεκαετής στις σοβαρότερες περιπτώσεις (όπως είναι, για παράδειγμα, η χρήση φάλαγγας ή ηλεκτροσόκ - ?

Άρθρο 137Β, παράγραφος 1α) και ισόβια σε περίπτωση θανάτου του θύματος (Άρθρο 137Β, παράγραφος 3). Λιγότερο σοβαρές περιπτώσεις που ενέχουν "Σωματική κάκωση, βλάβη της υγείας, άσκηση παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που τελείται από τα πρόσωπα, υπό τις περιστάσεις και για τους σκοπούς που προβλέπει η παρ. 1", τιμωρείται με κάθειρξη τριών έως πέντε ετών (Άρθρο 137Α, παράγραφος 3). Επιπλέον, τα πρόσωπα που καταδικάζονται για βασανισμό στερούνται αυτομάτως τα πολιτικά τους δικαιώματα και απολύονται από την εργασία τους (137Γ). Βάσει του Άρθρου 137Δ, παράγραφος 4, "ο παθών των πράξεων των άρθρων 137Α και 137Β δικαιούται να απαιτήσει από το δράστη και από το δημόσιο, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον, αποζημίωση για τις ζημιές που υπέστη και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη".

Διεθνή Πρότυπα

Η Ελλάδα επικύρωσε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων και ?λλης Σκληρής, Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή τιμωρίας το 1988. Με την επικύρωση ανέλαβε ρητά την υποχρέωση να αποτρέψει τη διάπραξη βασανισμού στο έδαφός της, αναλαμβάνοντας να καταρτίσει και να εκπαιδεύσει τους αξιωματικούς των διωκτικών αρχών, να διασφαλίσει ότι οι αρμόδιες αρχές της προβαίνουν σε έγκαιρη και αμερόληπτη διερεύνηση υποθέσεων όπου μπορεί εύλογα να πιστέψει κανείς ότι έχει διαπραχθεί πράξη βασανισμού, να διασφαλίσει ότι τα θύματα βασανισμού έχουν το δικαίωμα αποζημίωσης ή, όπου έχει σημειωθεί θάνατος ως αποτέλεσμα πράξης βασανισμού, ότι τα εξαρτώμενα από το θύμα πρόσωπα δικαιούνται αποζημίωση, και ότι οι υπαίτιοι του βασανισμού τιμωρούνται με κατάλληλες ποινές.

Το Άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτής της Σύμβασης αναφέρει ότι: "Κάθε κράτος Μέρος θα λαμβάνει αποτελεσματικά, νομοθετικά, διοικητικά, δικαστικά ή άλλα μέτρα για να προλαμβάνει πράξεις βασανισμών σε κάθε εδαφική περιοχή που υπάγεται στη δικαιοδοσία του".

Η Ελλάδα επικύρωσε επίσης την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών το Νοέμβριο του 1974. Το Άρθρο 3 της Σύμβασης αναφέρει ότι: "Κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία". Η Ελλάδα επικύρωσε το 1991 την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, η οποία όχι μόνο απαγορεύει την πρακτική του βασανισμού και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, αλλά εγκαθιδρύει επίσης ένα σύστημα τακτικών επιθεωρήσεων τόπων κράτησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων. Η Ελλάδα δεσμεύεται νομικά να τηρεί τις διατάξεις αυτού του συμφώνου.

Η Διεθνής Αμνηστία αντιτίθεται άνευ όρων στα βασανιστήρια και άλλες μορφές σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας όλων των κρατουμένων.

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές

* να διεξαγάγουν έγκαιρη, διεξοδική, αμερόληπτη και ανεξάρτητη έρευνα της καταγγελλόμενης κακομεταχείρισης των Νίκου Θεοδωρόπουλου και Θεόδωρου Στεφάνου

* να προσαγάγουν στη δικαιοσύνη όποιους αστυνομικούς τυχόν εντοπιστούν ως υπαίτιοι

* να διασφαλίσουν ότι οι Νίκος Θεοδωρόπουλος και Θεόδωρος Στεφάνου θα λάβουν δίκαιη και επαρκή αποζημίωση αν αποδειχτούν οι ισχυρισμοί, όπως απαιτούν τα διεθνή πρότυπα και οι διεθνείς συστάσεις.

Οι πληροφορίες σε αυτήν την υπόθεση προέρχονται από δηλώσεις που έκαναν οι Νίκος Θεοδωρόπουλος και Θεόδωρος Στεφάνου σε συνεντεύξεις που πήρε το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, μια μη κυβερνητική οργάνωση που συνεργάζεται με τη Διεθνή Αμνηστία, καθώς και από τις ιατρικές βεβαιώσεις των θυμάτων


http://http://www.greekhelsmki.gr/greek/reports/roma-carnps- argostoli.html

http://fattp://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/articles/ pr03_25_09_01.rtf

http://http://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/articles/ pr02_25_09_01.rtf

http://http://www.greekhelsmki.gr/bhr/greek/articles/ pr01_25_09_01.rtf

http://http://www.greekhelsinki.grfohr/english/sp

http://http://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/articles/ pr_30_09_01.rtf

http://http://www.greekhelsmki.gr/bhr/greek/articles/ stefanou.rtf

http://http://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/articles/ roma-corelli- cephalonia.htrnl

06/05/2003