"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Ταξικός συνδικαλισμός

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

Οι εργαζόμενοι σε όλο τον κόσμο κινητοποιούνται ενάντια στην καπιταλιστική χρηματιστική παγκοσμιοποίηση, τον πόλεμο, την ανεργία και την εξαθλίωση.

Τεχνολογία, εργασία και συνδικαλισμός

To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα κείμενο του σύντροφου και τακτικού συνεργάτη μας ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ το οποίο αποτελεί μέρος της εισήγησης του συγγραφέα στο θεματικό Προσυνέδριο του ΣΥΝ με θέμα «Ο συνδικαλισμός στη σύγχρονη εποχή» που διεξήχθη στην Αθήνα (21-22-23/2/2002). Οποιεσδήποτε διαφωνίες μπορούν να αναπτυχθούν με τοποθετήσεις που θα μας σταλούν και θα δημοσιευθούν αμέσως.

Οι εργασιακές σχέσεις αλλάζουν χαρακτήρα στα πλαίσια του αποδιοργανωμένου καπιταλισμού και της ευέλικτης ειδίκευσης. Ένας βασικός παράγοντας που συντελεί στη αναδιαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων είναι η νέα τεχνολογία της πληροφορικής. Η μηχανή αλλάζει και μαζί της αλλάζει η ίδια η αντίληψη του ανθρώπου γι αυτές και για την εργασία του. Ας δούμε μερικές όψεις αυτής της αλλαγής και τις συνέπειες της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών παραγωγής και των ηλεκτρονικών υπολογιστών στην εργασιακή διαδικασία. Ο Harry Braverman τόνισε στην κλασική μελέτη του ότι οι διευθυντές των καπιταλιστικών επιχειρήσεων αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες με στόχο την ενίσχυση του ελέγχου των εργατών μέσω διαδικασιών όπως η αποειδίκευση (deskilling). Η αποειδίκευση αναφέρεται σε μια διαδικασία υποβάθμισης της εργασίας κατά την οποία η εργασία ολοένα και περισσότερο κατατεμαχίζεται (job fragmentation) και χάνει τη συνθετότητά της, αφαιρείται η δυνατότητα προαιρετικής επιλογής μεθόδων εργασίας και, πάνω απ όλα εξαλείφεται η γνωστική βάση πάνω στην οποία στηριζόταν. Η διαδικασία αυτή είναι προϊόν συνειδητών προσπαθειών που συνέχεια καταβάλλουν οι ιδιοκτήτες και οι διευθυντές των καπιταλιστικών επιχειρήσεων («αρχές της επιστημονικής διαχείρισης» κατά τον F.Taylor) με στόχο την διατήρηση και αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων μέσω της μείωση του κόστους παραγωγής και ιδιαίτερα του κόστους εργασίας.

Στα πλαίσια αυτής της τάσης εντάσσεται και η άποψη που θεωρεί ότι οι διευθυντές επιδιώκουν μέσω της εισαγωγής ηλεκτρονικών υπολογιστών να ασκούν, κάθε φορά που η τεχνολογία βελτιώνεται, περισσότερο έλεγχο στους εργαζόμενους υποβαθμίζοντας τη δουλειά τους, ιδιαίτερα στα χαμηλόβαθμα και χαμηλότερα αμειβόμενα κλιμάκια εργαζομένων, σε ένα χώρο εργασίας υπερβολικά αυτοματοποιημένο όπου υπάρχει ο πιο τυποποιημένος και έντονος κατακερματισμός εργασίας. Οι αναλυτές αυτοί προβλέπουν ότι στις μελλοντικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις θα υπάρχει ένα δυαδικό μοντέλο εργασιακών σχέσεων όπου τα υψηλά ιστάμενα στελέχη με ενδιαφέρουσες και δημιουργικές εργασίες θα αποτελούν τη μία πλευρά του δίπολου και η πλειονότητα των εργαζομένων θα απασχολούνται σε υποβαθμισμένες χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας που δεν θα προσφέρουν καμία ικανοποίηση στους εργαζόμενους αυτούς. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η στενή παρακολούθηση και ο ασφυκτικός έλεγχος των εργαζομένων αυτών μέσα από τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, σύμφωνα με την πρόβλεψη των περισσότερων αναλύσεων, θα σημάνει τον ολοένα και μεγαλύτερο διευθυντικό έλεγχο της εργασιακής διαδικασίας και θα εντατικοποιήσει την εργασία των μισθωτών, ιδιαίτερα όσων εργάζονται στην εισαγωγή δεδομένων αλλά και όσων εργάζονται με λογισμικά προγράμματα επεξεργαστών κειμένου. Αυτές θα είναι υποβαθμισμένες και χαμηλόμισθες θέσεις απασχόλησης όπου θα απαιτείται πειθαρχία για να μπορούν οι εργαζόμενοι να μην αντιδρούν στη μονοτονία της συγκεκριμένης εργασίας αλλά και στην υπερεντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας. Λόγω της αυξανόμενης συμμετοχής γυναικών στην αγορά εργασίας, η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι αυτές θα εργάζονται στην πλειονότητά τους στις υποβαθμισμένες αυτές θέσεις απασχόλησης.

Στα τέλη της δεκαετίας του 80 άρχισε να αναπτύσσεται ένα ρεύμα κριτικής της θεωρίας του Braverman για την εργασιακή διαδικασία. Το πρώτο επιχείρημα, που είναι και το βασικότερο όσον αφορά μια ιδιαίτερη τάση στη μαρξιστική ανάλυση, σχετίζεται με την υπερβολική προσήλωση του Braverman στην έρευνα των δομικών συναρμογών του συστήματος και την αντιμετώπιση των εργαζομένων ως εντελώς παθητικών δεκτών των αναδιαρθρώσεών του. Ασκείται κριτική στον Braverman και για το ότι δεν μπόρεσε να συλλάβει την πολυπλοκότητα των δομών από τη μια μεριά και την ποικιλία των διευθυντικών στρατηγικών από την άλλη, μερικές από τις απέβλεπαν περισσότερο στην αύξηση της υπευθυνότητας, των αμοιβών και του ηθικού και λιγότερο στην σύσφιγξη του ελέγχου και την αποειδίκευση.

Αναμφίβολα, η ίδια η τεχνολογική μεταβολή εμπεριέχει δυνατότητες αναβάθμισης εργασιακών διαδικασιών και εργασιακών δεξιοτήτων καθώς και δημιουργίας θέσεων εργασίας που δεν θα χαρακτηρίζονται μόνο από μονοτονία και έλλειψη φαντασίας. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν θέσεις εργασίας που, χωρίς να χαρακτηρίζονται από την υψηλή θέση ευθύνης στην επιχειρησιακή ιεραρχία και από υψηλές αμοιβές, διαθέτουν, λόγω της ιδιαιτερότητας των λογισμικών προγραμμάτων που χρησιμοποιούνται, περιθώρια φαντασίας, ευελιξίας και πρωτοβουλίας του εργαζόμενου. Η κριτική που προέρχεται από τους κόλπους της νεότερης γενιάς των οπαδών του «τεχνολογικού ντετερμινισμού» και ενσωματώνει ένα μέρος του προβληματισμού σχετικά με την πολύπλοκη σχέση τεχνολογίας και οργάνωσης εργασίας δέχεται ότι υπάρχει όντως «τάση πόλωσης των απαιτήσεων της εργασίας, η οποία είναι αποτέλεσμα των αλλαγών που επιφέρει η τεχνολογική εξέλιξη». Άρα συνυπάρχουν τόσο τα στοιχεία της αναβάθμισης όσο και της υποβάθμισης της εργασίας, όπως συνυπάρχουν οι τάσεις παθητικής αποδοχής των πρωτοβουλιών της εργοδοσίας και της αντίστασης και της προβολής λύσεων των προβλημάτων εκ μέρους των εργαζομένων, που άμεσα ή έμμεσα αντιμετωπίζουν τις στρατηγικές αυτές.

Τα προβλήματα που αναδεικνύονται από τις προαναφερθείσες θεωρίες και τις κριτικές τους προσπαθεί να επιλύσει η θεωρία για την κοινωνική ενδογένεια της τεχνολογίας».

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η μορφή της οργάνωσης και το περιεχόμενο της εργασίας διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από το συσχετισμό οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών κριτηρίων κατά τη φάση σύλληψης και σχεδιασμού της εισαγωγής νέων τεχνολογικών μοντέλων. Όπως τονίζουν οι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής, στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, η τεχνολογία και η οργάνωση δεν μπορούν να μεταβληθούν σε ανεξέλεγκτες ανεξάρτητες παραμέτρους, αγνοώντας και αντιβαίνοντας του νόμους της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Παραμένουν λοιπόν μέσα στο πλαίσιο αυτό υποκείμενες στους νόμους της κεφαλαιακής συσσώρευσης και συμβάλλουν στην αναπαραγωγή και την ενδυνάμωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Στη διαδικασία αυτή κρίσιμος είναι ο ρόλος που παίζουν οι μηχανικοί των συστημάτων οργάνωσης της εργασίας, οι οποίο συνεργαζόμενοι με την καπιταλιστική εργοδοσία σχεδιάζουν και προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο τα μηχανήματα και τις προδιαγραφές τους αλλά, επί της ουσίας, καθορίζουν και τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις. Πρόκειται ουσιαστικά για ρόλους εξουσίας καθορισμού κοινωνικών σχέσεων και γίνεται σαφές ότι η στάση του εργατικού συνδικαλισμού στο στάδιο αυτό έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το σχεδιασμό και την ανάπτυξη των συστημάτων μέσα από τυπικούς και άτυπους θεσμούς συμμετοχής. Οι προσδιοριστικοί παράγοντες για τη διαμόρφωση των συμμετοχικών θεσμών σχετικά με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών είναι: (α) οι τεχνολογικοί στόχοι της επιχείρησης, (β) το διευθυντικό ύφος της επιχείρησης, (γ) η διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων, (δ) το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο και (ε) το εθνικό σύστημα εργασιακών σχέσεων. Επισημαίνεται ότι το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη διάταξη των συσχετισμών αυτής της φάσης συνιστά τις διαφορετικές τεχνολογίες παραγωγής, που «χαρακτηρίζουν τη φάση ανάπτυξης του συστήματος παραγωγής σε συγκεκριμένο χρόνο και χώρο».

Το μέχρι πρότινος κυρίαρχο σύστημα βιομηχανικής παραγωγής, δηλαδή ο Φορντισμός και η επιστημονική οργάνωση της εργασίας, δηλαδή ο Τεϋλορισμός, ουσιαστικά αποτελούσαν προϊόντα της κατάστασης που περιγράφηκε. Στηρίχθηκαν ουσιαστικά στην αφαίρεση της γνώσης των ειδικευμένων εργατών και στην κατάτμηση του αντικειμένου της εργασίας στην αλυσίδα παραγωγής. Οι τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν αντανακλούσαν αυτή την ήττα του παλιού εργατικού συντεχνιακού χώρου και την ανάδυση μιας νέας συνδικαλιστικής γενιάς που αποτελούνταν από τους εργάτες της μαζικής παραγωγής τυποποιημένων προϊόντων.

Η διευθυντική εξουσία ενδυναμώθηκε, τα στρώματα των μηχανικών παραγωγής αυξήθηκαν και οι εργάτες έχασαν τον έλεγχο πάνω στην εργασία τους και το προϊόν.

Επισημάνθηκε ότι «η δυνατότητα σχεδιασμού τεχνολογικών συστημάτων που θα προάγουν τον άνθρωπο μάλλον παρά θα τον υποτάσσουν στη μηχανή  θα ήταν ανατρεπτική των κοινωνικών συστημάτων εξουσίας». Αυτή η προοπτική όμως θα προϋπέθετε την ανάπτυξη μιας διαφορετικής αντίληψης των εργαζομένων και του συνδικαλιστικού κινήματος για την τεχνολογία και την εργασία.

Προσπάθεια απεμπλοκής από τις κάθε λογής «ντετερμινιστικές» θεωρήσεις είναι και αυτή των H. Rush και R.Williams που θεωρούν ότι η τεχνολογική αλλαγή είναι προϊόν που διαμορφώνεται από ένα σύνθετο πλέγμα παραγόντων όπως οι αντικειμενικοί στόχοι των εργοδοτών και των διευθυντών των επιχειρήσεων, τα κοινωνικά συμφέροντα και τα τεχνικά ενδιαφέροντα των διαφόρων ομάδων και ατόμων της επιχείρησης, οι δυσκολίες και οι αβεβαιότητες όσον αφορά τη διαδικασία εφαρμογής κλπ.

Τέλος, αξίζει να επισημανθεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η διάσταση του χρόνου, εκτός από τη διάσταση δομής δράσης και τον εμπρόθετο και μη ντετερμινιστικά προσδιορίσιμο χαρακτήρα της δεύτερης. Η δομή που αναπτύσσεται, με την πάροδο του καιρού, ως αποτέλεσμα των δράσεων και ενεργειών των ανθρώπινων ομάδων, μας υποχρεώνει να καταφύγουμε στην συμπερίληψη του ιστορικού παράγοντα ως διάστασης στην ανάλυση των δομών και των περιορισμών που θέτει στο νόημα των ενεργειών και τη δράση των ανθρώπων.

Πώς όμως αντέδρασε το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην εισαγωγή των νέων τεχνολογιών και πώς αντιμετώπισε τις επιπτώσεις τους στην εργασία; Ποια ήταν τα αποτελέσματα της δράσης του σχετικά με τα θέματα αυτά;

Η εικόνα δεν είναι ακόμη διαυγής. Υπήρξαν κάθε είδους αντιδράσεις, από απορριπτικές έως ενθαρρυντικές για την εισαγωγή και ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών. Τα προβλήματα που δημιουργούσε στα συστήματα των εργασιακών σχέσεων έγιναν άμεσα αντιληπτά: κατακερματισμός της συνδικαλιστικής οργάνωσης στη βάση του επαγγέλματος, αποκέντρωση της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Δύο ήταν, και συνεχίζουν να είναι, οι διαστάσεις της πρόκλησης που έπρεπε να αντιμετωπίσουν τα συνδικάτα από την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών. Πρώτον, πώς θα επηρέαζαν τα συνδικάτα την εισαγωγή των νέων τεχνολογικών προϊόντων στους χώρους εργασίας και τα άμεσα αποτελέσματα στην απασχόληση; Δεύτερον, ποια θα ήταν τα αποτελέσματα των τεχνολογικών και άλλων αλλαγών στην κλαδική δομή, στην επαγγελματική δομή και τον τόπο της απασχόλησης και ποιες θα ήταν οι συνέπειες αναφορικά με τη συνέχιση της ένταξης των εργαζομένων στις συνδικαλιστικές οργανώσεις;

 

Οι ευελιξίες της εργασίας

Οι ευελιξίες της εργασίας στα πλαίσια της ευέλικτης συσσώρευσης είναι:

ευελιξία αμοιβών εργασίας

εξωτερική (σε σχέση με την επιχείρηση) ποσοτική εργασιακή ευελιξία (δηλαδή, οι εργοδότες αποφασίζουν τον αριθμό των εργαζομένων που επιθυμούν να απασχολούν σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή)

ανάθεση διαφόρων εργασιών και υπηρεσιών σε τρίτους (υπεργολαβίες, outsourcing και putting-out)

εσωτερική ποσοτική ευελιξία της εργασίας (ευελικτοποίηση και αναδιοργάνωση του χρόνου εργασίας και των βαρδιών)

ποιοτική ή λειτουργική ευελιξία της εργασίας (ανάθεση εργασίας και εκ περιτροπής εργασία rotation ανάλογα με τις ανάγκες των εργοδοτών).

Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπου εργάζομαι, η κατάσταση δεν απέχει πολύ από την προηγηθείσα περιγραφή. Όμως ο τομέας έχει και τις δικές του ιδιαιτερότητες. Στην δε ελληνική περίπτωση, όπου οι αλλαγές λαμβάνουν χώρα την τελευταία πενταετία μετά την έναρξη του μεγάλου κύκλου συγχωνεύσεων, εξαγορών και συνεργιών, την ίδρυση νέων ιδιωτικών τραπεζών και την ιδιωτικοποίηση των τραπεζών δημοσίου συμφέροντος, την «υποχρεωτική» λόγω ένταξης στην ΟΝΕ μεταβολή οργανωτικών και εργασιακών προτύπων, την υιοθέτηση των πελατειοκεντρικών συστημάτων, οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις επέρχονται με ραγδαίους ρυθμούς. Την ίδια ώρα τα συνδικάτα αδυνατούν να προλάβουν τις εξελίξεις και συχνά βρίσκονται «με την πλάτη στον τοίχο» δίνοντας μάχες οπισθοφυλακής. Τα βασικότερα θέματα εργασιακών σχέσεων και εργασιακών προτύπων διαδικασιών που εντοπίστηκαν μέσα από τις μελέτες των ερευνητών του ΙΝ.Ε./Ο.Τ.Ο.Ε. και είτε τίθενται υπό αμφισβήτηση από την εργοδοσία είτε γίνεται προσπάθεια επιβολής τους είναι τα ακόλουθα:

επιμήκυνση χρόνου λειτουργίας των τραπεζών σε ημερήσια ή εβδομαδιαία βάση

βελτίωση διαδικασιών επαγγελματικής κατάρτισης

διατήρηση ή κατάργηση των αυστηρά ιεραρχικών διοικητικών δομών

ικανότητα αποτελεσματικής χρησιμοποίησης των Η/Υ από τους εργαζόμενους

εξωτερίκευση εργασιών

επέκταση εφαρμογών των Η/Υ και των τηλεπικοινωνιών

υποκίνηση εργαζομένων με σκοπό την ανάπτυξη πρωτοβουλίας

ανάθεση ευθυνών στις κατώτερες βαθμίδες της εργασιακής ιεραρχίας

απλοποίηση στην οργάνωση των εργασιών

σύνδεση αμοιβής και εργασιακής επίδοσης

καταλληλότητα και σαφήνεια επιχειρησιακών στόχων

ευελιξίες εσωτερικής και εξωτερικής αγοράς εργασίας

μερική απασχόληση

συμβάσεις ορισμένου χρόνου

ανάπτυξη νέων συστημάτων υπηρεσιακής αξιολόγησης προσωπικού

ευελιξία χρόνου εργασίας

σύνδεση αμοιβών προσωπικού με τα αποτελέσματα της επιχείρησης

αποσύνδεση καριέρας από το χρόνο προϋπηρεσίας

ύπαρξη ηθικών κινήτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας και της ποιότητας των προσφερομένων υπηρεσιών

μη μονιμότητα της απασχόλησης

αποσύνδεση της δραστηριότητας από τον κύριο χώρο εργασίας

προσέλκυση «έτοιμων στελεχών» από την αγορά εργασίας και αποδυνάμωση των εσωτερικών αγορών εργασίας

μείωση χρόνου εργασίας με, ή χωρίς, μείωση αποδοχών.

 

Ο συνδικαλισμός ως κοινωνικό κίνημα

Τα συνδικάτα οφείλουν να λάβουν υπόψη τους τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται συνεχώς. Δυστυχώς οι μοναδικές πραγματικότητες που παγιώνονται είναι αρνητικές για τους εργαζόμενους. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες πρέπει να γνωρίσουν τις νέες ανάγκες και απαιτήσεις των εργαζομένων, των νέων, των γυναικών, των προσωρινά απασχολούμενων, των ανέργων, των μεταναστών και να δημιουργήσουν ένα νέο πρόγραμμα διεκδικήσεων που να τους βγάζει από το περιθώριο και να τους εντάσσει στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Όμως, κάτι τέτοιο προϋποθέτει αλλαγή συσχετισμών και, προπαντός, αντιλήψεων. Σημαίνει, δηλαδή, οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι να πάρουν τις τύχες και τους αγώνες τους στα χέρια τους. Στόχος μας, λοιπόν, πρέπει να είναι ο συνδικαλισμός ως κοινωνικό κίνημα σε αντίθεση με τον υπάρχοντα γραφειοκρατικό τρόπο εκπροσώπησης των εργαζομένων και την τεχνοκρατική ιδεολογία που καταπνίγει το αίτημα της συλλογικής οργάνωσης και αυτοδιαχείρισης της κοινωνίας. Να το πούμε διαφορετικά: να κάνουμε το σωματείο όχημα μέσω του οποίου τα μέλη του όχι μόνο να ασχοληθούν με τα υπό διαπραγμάτευση αιτήματά τους, αλλά να καθοδηγήσουν ενεργητικά την πάλη για οτιδήποτε επηρεάζει τους εργαζόμενους Ο κινηματικός συνδικαλισμός περιλαμβάνει τη διαμόρφωση των υπό διαπραγμάτευση αιτημάτων, του φάσματος των δραστηριοτήτων του σωματείου, την προσέγγιση των ζητημάτων της αλλαγής, και πάνω απ όλα, την αίσθηση αυτή της δέσμευσης με ένα ευρύτερο κίνημα που μπορεί να υφίσταται ήττες, δεν μπορεί όμως να καταστραφεί. Με λίγα λόγια πρόκειται για ένα αυτόνομο συνδικαλιστικό κίνημα, ενεργών αυτόνομων πολιτικών υποκειμένων που συνδέονται με τους αντίστοιχους συναδέλφους τους των άλλων εθνών σε ένα διεθνιστικό κίνημα».

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας

Πανεπιστήμιο Αθήνας

http://www.geocities.com/homo_politicus/index.html

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μέρος της εισήγησης του συγγραφέα στο θεματικό Προσυνέδριο του ΣΥΝ με θέμα «Ο συνδικαλισμός στη σύγχρονη εποχή» που διεξήχθη στην Αθήνα (21-22-23/2/2002).

 27/05/2003

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)