"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Ταξικός συνδικαλισμός

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από τις κινητοποιήσεις για το Ασφαλιστικό και την απάτη του "κοινωνικού διαλόγου"

 

Το μέλλον του Συνδικαλιστικού Κινήματος

 

Eνα διαχρονικό άρθρο του ΑΛΕΞΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ για το συνδικαλιστικό Κίνημα σε ολόκληρο τον κόσμο που έχει και σήμερα την ίδια θεωρητική αξία, όπως και την περίοδο που δημοσιεύθηκε. Ένα άρθρο που πρέπει να διαβαστεί από τους συνδικαλιστές, αλλά και από κάθε πολιτικοποιημένο εργάτη, φοιτητή και γενικά εργαζόμενο άνθρωπο. Από το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ για τους φίλους και συντρόφους.

(Μέρος 2ο τελευταίο)

Αντί για πρόταση:

Με φαντασία πέρα από την κατεστημένη (πολιτική, συνδικαλιστική)

Αριστερά.

Υπάρχει, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα εναλλακτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης. Όπως υπάρχει ζήτημα εναλλακτικής πολιτικής («ηγεμονικής») καθοδήγησης του εργατικού κινήματος, του κόσμου της εργασίας στην σύγχρονη, πιο πλατειά του διάσταση. Ένα κόμμα45 κι ένα συνδικάτο που δεν θα στηρίζεται, όπως υποστηρίζει ο γνωστός Ιταλός θεωρητικός Ουμπέρτο Τσερόνι, στην πολιτική συμβολογία, την προπαγάνδα, τη δημαγωγία, τον πολιτικό μακιαβελισμό, τη ρουσφετολογία, την αρπαγή και την εξαγορά ψήφων. Γι αυτό χρειάζεται μια νέα συζήτηση, μια νέα θεωρία για τα κοινωνικά υποκείμενα της Αριστεράς. Μια νέα θεωρία για το πολιτικό κόμμα και το συνδικάτο της Αριστεράς.

Σήμερα μας χρειάζονται νέα κοινωνικά υποκείμενα, που θα κάνουν αμέσως ορατή την ταξική τους συγκρότηση και τους πολιτικούς τους στόχους. Το συνδικάτο δεν μπορεί να είναι «ιμάντας μεταφοράς» εντολών αντεπαναστατικής δράσης από ένα καπιταλιστικό ή γραφειοκρατικό κράτος ή από ένα «ολιγαρχικό» κόμμα. Η αυτονομία του από το κράτος, όποιο κράτος, ή το κόμμα, σαν λειτουργική κατηγορία που διαμορφώνει μαζί με τα άλλα τμήματα του λαϊκού κινήματος ισότιμα την πολιτική του, απαιτεί αναβάθμιση στους ταξικούς στόχους, συμμαχίες ενωτικές και αποτελεσματικές μορφές και μεθόδους δράσης. Απαιτεί νέα διαλεκτική σχέση ανάμεσα46 στα διάφορα υποκείμενα και κινήματα της Αριστεράς. Οι παραδοσιακές οργανώσεις της εργατικής τάξης αδυνατούν να σηκώσουν το βάρος των καιρών. Χρειάζονται νέες. Ιδού το ζητούμενο.

Ειδικότερα το συνδικαλιστικό κίνημα, μπροστά στην κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω, έχει σήμερα δύο εναλλακτικές επιλογές: Ή να δεχθεί μοιρολατρικά τη νέα αυτή κατάσταση και να υποταγεί ολοκληρωτικά στο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό ή να περάσει σε νέα οργάνωση και τρόπους καθημερινής πάλης. Η δεύτερη αυτή επιλογή απαιτεί την ανάπτυξη μιας νέας θεωρίας και σύγχρονης στρατηγικής, που δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική και διεθνιστική. Μια θεωρία και στρατηγική επαναστατική, γιατί η σύγκρουση του κεφαλαίου και της εργασίας, που κρύβει μέσα της η νέα τεχνολογία, θα είναι οξύτατη και ολοκληρωτική. Γι αυτό επιβάλλεται πανεθνική, διεθνική παγκόσμια αφύπνιση της εργατικής τάξης, όλων των εργαζομένων. Αν δεν συμβεί αυτό το δεύτερο, τότε η Αντίθεση (Αντίφαση) ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και το κεφάλαιο έχει χαθεί οριστικά κι αμετάκλητα υπέρ του κεφαλαίου, το οποίο ήδη και με την εισαγωγή και χρήση της νέας τεχνολογίας έχει κερδίσει στα σημεία: έχει δημιουργήσει στρατιές εκατομμυρίων ανέργων μεταφέροντας την ευθύνη στις κυβερνήσεις και στην «αδιαλλαξία» και μη κατανόηση του συνδικαλιστικού κινήματος, έχει περικόψει σημαντικά και περικόπτει καθημερινά τις κοινωνικές παροχές, προτείνει και σταδιακά επιβάλλει τις λεγόμενες «εναλλακτικές μορφές εργασίας» (ωρομίσθιο, δουλειά με το κομμάτι, τέταρτη βάρδια, «δίδυμη εργασία», κ.ά.), τις οποίες μέχρι πρόσφατα το συνδικαλιστικό κίνημα ούτε μπορούσε να διανοηθεί, έχει φέρει σ' αντιπαράθεση μεταξύ τους διάφορα τμήματα της εργατικής τάξης (υψηλόμισθοι - χαμηλόμισθοι, υπάλληλοι - χειρώνακτες). Και θ' ακολουθήσουν σίγουρα κι άλλες δυσμενείς καταστάσεις για τους εργαζόμενους, παρ' όλες τις διαβεβαιώσεις πολιτικών· (δημαγωγών) και τεχνοκρατών ότι δήθεν «θα έρθουν καλύτερες μέρες», ότι θα αυξηθεί η απασχόληση, θα μειωθεί η ανεργία, κάτι που αποτελεί μεγάλο ψέμα. Από την ικανότητα και τη φαντασία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ευρώπη και τη δυνατότητα του ν' αντιμετωπίσει τις ολομέτωπες αντεργατικές επιθέσεις του κεφαλαίου θα εξαρτηθεί αν αυτό μπορεί σε κάποιο βαθμό ν' ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών ή θα συνεχίσει «να αργοπεθαίνει», υπολειτουργώντας, σαν ένας ανίσχυρος γραφειοκρατικός μηχανισμός, ιδιωτική υπόθεση ορισμένων επαγγελματιών συνδικαλιστών, ξεκομμένων από το κίνημα, τις πλατειές μάζες των εργαζομένων. Αν μπορεί ν' αποκτήσει παρουσία και λόγο ή θα συνεχίσει να αναμένει μοιρολατρικά την ολοκληρωτική υποταγή του κινήματος στον εθνικό και παγκόσμιο καπιταλισμό, υπογράφοντας την πράξη υποταγής (θανάτου του). Αν θα προτιμήσει την αυτοδιάλυση του (ήδη πολλοί τελευταία μιλούν στην Ευρώπη για την περίοδο του «αποσυνδικαλισμού», για την έναρξη δηλαδή μιας περιόδου «χωρίς τα συνδικάτα») ή θα δώσει τη θέση του στο Νέο Συνδικαλιστικό Κίνημα, κίνημα μαζικό, ταξικό, επαναστατικό, διεθνιστικό, για να υπερασπισθεί τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων σήμερα που τόσο σοβαρά κινδυνεύουν47. Το νέο αυτό συνδικαλιστικό κίνημα προϋποθέτει, πρώτα και κύρια, σαφή γνώση της ταξικής φύσης και του ρόλου της σημερινής τεχνολογίας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αντόνιο Γκράμσι: Συνδικάτα και Συμβούλια, (δημοσιεύτηκε στην «Όρντινε Νουόβο», στις 11 Οκτώβρη 1919), στη συλλογή: Τα εργοστασιακά συμβούλια και το κράτος της εργατικής τάξης, τόμος Δ', «Στοχαστής», Αθήνα, 1975, σελ. 76.

2. Ουμπέρτο Τσερόνι: θεωρία του Πολιτικού Κόμματος, Εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 107.

3. Νίκου Μουζέλη: Που βαδίζει η Αριστερά, εφημερίδα «Το Βήμα», 23 Νοεμβρίου 1986.

4. Αλέξη Μητρόπουλου: Συνδικάτα κι Εξουσία στη Δυτική Ευρώπη, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, ΑθήναΚομοτηνή, 1985.

5. Για τη συνδικαλιστική νομοθεσία των ανατολικοευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κρατών βλέπε μεταξύ άλλων και τα παρακάτω βιβλία (στη ρώσικη γλώσσα): Mironov V.K.: Trudovoe Pravo Evropeiskih Socialisticeskih Stran, Moskva 1970· Trudovoe Pravo, Endklopediceskii Slovar (Εγκυκλοπαίδεια), cetvertoe izdanie, "Sovetskaja Enciklopedija", Moskva 1979· Ο Pravah Profsojuzov, zbornik Zakonodatelstva S.S.S.R. (Συλλογή Συνδικαλιστικής Νομοθεσίας), "Profizdat", Moskva, 1983. Ειδικότερα για τα συνδικάτα στα πλαίσια του γιουγκοσλαβικού αυτοδιαχειριστικού συστήματος, βλέπε μεταξύ άλλων τις παρακάτω μελέτες (στη σερβοκροατική γλώσσα): Edvard Kardelj: Ο Sindikaiima, "Radnicka stampa", Beograd 1985, Mika Spiljak: Sindikat u Samoupravljanju, "Radnicka Stampa", Beograd 1979· Dusan Bogdanov Senko: Sindikat u udruzenom radu, "Radnicka Stampa", Beograd 1980: Vukasin Pavlovic: Sindikat i Politick! Sistem, "Radnicka stampa", Beograd 1982.

6. Μια πρώτη προσέγγιση για το ρόλο των συνδικάτων στην Ε.Σ.Σ.Δ επιχειρώ στο βιβλίο μου: Η συμμετοχή των εργαζομένων στην Ε.Σ.Σ.Δ. Από την εποχή του Λένιν μέχρι σήμερα, εκδ. «Στοχαστής», Αθήνα 1985.

7. Αυτό το λάθος διαπράξαμε και εμείς σε προηγούμενη μελέτη μας (βλ. Οι εργασιακοί θεσμοί στην Ελλάδα, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή, 1985, σελ. 227234) όπου μιλώντας για την ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος στην ουσία παραθέτουμε τα σημαντικότερα συμβάντα της ιστορίας της ΓΣΕΕ. Η «ιστορία» αυτή (στην ουσία αποτελεί γραπτή μου εισήγηση για λογαριασμό πολιτικής συνδικαλιστικής παράταξης το 1980 που αργότερα αναπαράχθηκε και κυκλοφορεί ελαφρώς τροποποιημένη από διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις) της ΓΣΕΕ με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ή να ταυτισθεί με την ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Αλλά επ' αυτού θα επανέλθουμε προσεχώς στο μέλλον.

8. Μια εντελώς «εισαγωγική» προσέγγιση των δύο αυτών εννοιών κάνει ο Γιώργος Κουκούλες στο βιβλίο του: Για μια ιστορία τον ελληνικού συνδικαλιστικού Κινήματος, εκδ. «Οδυσσέας», Αθήνα, σελ. 17.

9. Branko Pribicevié: Socijalizam Svetski Procès (στη σερδοκροατική), BIGZ, Beograd 1979, σελ. 4041. Επίσης Vukasin Pavlovic. Το ίδιο, σελ. 13.

10. Για την ιστορική διαδικασία της διαμόρφωσης της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης βλέπε την κλασική μελέτη του Γχεόργκη Αούχατς. Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, εκδ. «Οδυσσέας», Αθήνα 1975, ιδιαίτερα σελίδες 105148 (Κεφάλαιο Ταξική Συνείδηση).

11. Έρνεστ Μαντέλ: Εργατική Τάξη. Πρωτοπορία. Κόμμα. Εκδ. «Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη», Αθήνα, σελ. 12.

12. Banko Pribicevic, το ίδιο, σελ. 41.

13. Καρλ Μαρξ: Γενικό Καταστατικό της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, Διαλεχτά Έργα, εκδ. «Αναγνωστόπουλος», Αθήνα 1964, σελ. 453.

14. Μαρξ - Έγκελς: Για τον Συνδικαλισμό. Θεωρία Οργάνωση Δράση, εκδ. «Γερ. Αναγνωστίδης», Αθήνα, Εισαγωγή (σελ. 7).

15. Fr. Engels: H Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία, Μέρος Β', εκδ. «Μπάυρον», Αθήνα 1975, σελ. 122.

16. Μαρξ' Ένγκελς: Για τον Συνδιχαλισμό, το ίδιο σελ. 55.

17. Ουμπέρτο Τσερόνι, το ίδιο, σελ. 1019 και Branko Pribicevic, το ίδιο, σελ., 4243.

18. Για μια αναλυτική παράθεση των θεωριών για τα Συνδικάτα βλέπε μεταξύ άλλων: Michael Pools: Theories of Trade Unionism, Revised Edition, "Routledge and Kegan Paul" London, 1984. Επίσης: W.E.J. McCarthy: Trade Unions, New Edilion, Penguin Books, 1985.

19. Για τα σημαντικότερα αποσπάσματα των Μαρξ Ένγκελς σχετικά με τα συνδικάτα καθώς και θεωρητική ανάλυση τους βλέπε: Βαγγέλη Χωραφά: Μαρξ και Συνδικάτα, Περιοδικό «Φυλλάδιο», Μάης - Ιούλης (5) 1983.

20. Διάλεξη που έκανε ο Μαρξ στις 20 και 27 του Ιούνη 1865 σε δύο συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών. Δημοσιεύτηκε αρχικά σαν χωριστή μπροσούρα με τον τίτλο: «Αξία, τιμή και κέρδος», στο Λονδίνο, το 1889. Βλέπε Διαλεχτά έργα, το ίδιο, σελ. 530.

21. Fr. Engels: H Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία. Μέρος Α', εκδ. «Μπάϋρον», Αθήνα 1974, σελ. 138156.

22. Γράμμα του Ένγκελς στον Μαρξ (Λονδίνο, 7 Οκτωβρίου 1858). Βλέπε Fr. Engels - Κ. Marx: Αλληλογραφία 18441860. Μέρος Α', εκδ. «Μπάϋρον», Αθήνα 1975, σελ. 181.

23. Διαλεχτά έργα, το ίδιο, σελ. 531.

24. Β.Ι. Λένιν: Ο Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού, εκδ. «θεμέλιο», Αθήνα 1964, σελ. 6768.

25. Το Κόμμα και η Επανάσταση ("L'ordine Nuovo", 27 Δεκέμβρη 1919), στη συλλογή: τα εργοστασιακά συμβούλια... το ίδιο, σελ. 127.

26. Συνδικάτα και Συμβούλια, το ίδιο, σελ. 76.

27. Γα Συνδικάτα και η Δικτατορία, Τα Εργοστασιακά Συμβούλια.. σελ. 84.

28. Συνδικαλισμός και Συμβούλια ("L' ordine Nuovo", 8 Νοέμβρη 1919), Εργοστασιακά Συμβούλια, το ίδιο. σελ. 90.

29. Στα πλαίσια του Επαναστατικού Συνδικαλισμού αναπτύχθηκαν κι έδρασαν ειδικότερα τα εξής κινήματα: Το κίνημα του Συνδικαλισμού (Trade Unionism στην κυριολεξία το «συνδικαλίστικο» κατά το «οικονομίστικο» κλ.π.), το Κίνημα του Αναρχοσυνοικαλισμού (Anarchosyndicalism), Ο Βιομηχανικός Ουνιονισμός (Industrial Unionism), Ο Γκιλντσοσιαλισμός ή Σοσιαλισμός των Συντεχνιών (Guild Socialism).

30. Το κίνημα αυτό πρωτοεμφανίσθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία κι εξαπλώθηκε στις αρχές του αιώνα μας στις άλλες χώρες της Ευρώπης, αλλά και στην Αμερική. Απέρριπτε την αναγκαιότητα της πολιτικής πάλης, τον καθοδηγητικό ρόλο των πολιτικών κομμάτων και της δικτατορίας τον προλεταριάτου. Υπεστήριξε ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την άμεση οικονομική δράση των εργαζομένων και πρωταρχικά με τη γενική απεργία.

31. Είναι η βορειοαμερικανική «έκφραση» του «Συνδικαλίστικου» Κινήματος. Οι οπαδοί του κινήματος αυτού θεωρούσαν το Συνδικάτο ως το πιο σημαντικό (όχι το μοναδικό όμως) μέσο στην πάλη της εργατικής τάξης για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, καθώς και τη βάση της μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Σημαντικότερος εκφραστής του υπήρξε αναμφισβήτητα ο γάλλος (μετανάστης στις ΗΠΑ) Ντανιέλ Ντε Λεόν.

32. Εμφανίσθηκε στα τέλη του περασμένου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Αναπτύχθηκε κύρια στην Ισπανία, Ιταλία, ΗΠΑ και Ρωσία. Το κίνημα αυτό απέρριπτε την πολιτική οργάνωση και δράση της εργατικής ταξικής πάλης, θεωρούσε το Συνδικάτο αποκλειστικό (μοναδικό) όργανο ταξικής πάλης. Σαν μέσα ταξικής πάλης θεωρούσε την ατομική τρομοκρατία, το σαμποτάζ, καθώς και τη γενική απεργία. Ανάμεσα στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του κινήματος αυτού συγκαταλέγονται οι: Ζ. Σορέλ, Φ. Πελουτιέ, Χ. Λαγκαρντέλ, E. Μαλατέστα, Α. Λαμπριόλα, Β. Ντουρούτι, κ.ά.

33. Εμφανίσθηκε τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας κύρια στα πλαίσια του βρεταννικού εργατικού κινήματος. Είναι η βρεταννική «έκφραση» του «Συνδικαλίστικου» Κινήματος. Δεν απέρριπτε απόλυτα το Κράτος και την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης. Βασικός τύπος οργά - ~ νωσης και δράσης στα πλαίσια του κινήματος αυτού είναι η «εθνική συντεχνία»: Συνδικάτο που περιλαμβάνει όλους τους εργαζομένους σ' ορισμένο κλάδο της οικονομίας, σ' εθνικό επίπεδο. Η γενική φυσιογνωμία του κινήματος αυτού, όπως και γενικά τον βρεταννικού εργατικού κινήματος, υπήρξε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Τζ. Κβλ.

34. Βλέπε: Καρλ Μαρξ: Γενικό Καταστατικό της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, στο: Μαρξ Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, Εκδόσεις Αναγνωστίδη, Αθήνα 1974, σελ, 452.

35. Βλέπε: Κ. Μαρξ - Φρ. Ένγκελς: Για το Συνδικαλισμό, το περιεχόμενο και η σημασία των διεκδικήσεων, Εκδ. Γερ. Αναγνωστίδη, Αθήνα, σελ. 199.

36. Βλέπε: Το ίδιο, σελ. 82.

37. «Συνεπώς», έγραφε, «ολόκληρο το κόμμα μας αναγνωρίζει ότι η δουλειά στα συνδικάτα δεν πρέπει να γίνεται στο πνεύμα της ουδετερότητας των συνδικάτων, αλλά στο πνεύμα της όσο το δυνατό πιο στενής προσέγγισης τους στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Αναγνωρίζει επίσης ότι η κομματικότητα των συνδικάτων πρέπει να εξασφαλίζεται αποκλειστικά με τη δουλειά των σοσιαλδημοκρατών στα συνδικάτα, ότι οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να συγκροτούν συμπαγείς πυρήνες στα συνδικάτα...». (Βλέπε: Η ουδετερότητα των Συνδικάτων, Λένιν: Άπαντα, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος 16, σελ. 427437).

38. Βλέπε: Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, Εκδόσεις Λ. Κοροντζή, Αθήνα 1979, σελ. 114.

39. Βλέπε: Το ίδιο, σελ. 116.

40. Βλέπε: Το ίδιο, σελ. 117.

41. Βλέπε: Το ίδιο.

42. Βλέπε: Το ίδιο, σελ. 125.

43. Βλέπε: «Η Πολιτική Ανεξαρτησία των Συνδικάτων είναι ένας Μύθος», στο βιβλίο: Μαρξισμός και Συνδιχάτα, Εκδόσεις «Αλλαγή» (β' έκδοση), Αθήνα 1983, σελ. 32.

44. Βλέπε στο: Μαρξισμός και Συνδικάτα, σελ. 33.

45. Γι αυτό όπως παρατηρεί και ο Ουμπέρτο Τσερόνι: «το πολιτικό κόμμα αντιμετωπίζει ένα δίλημμα: ή να προάγει μια μεγάλη κοινωνική σύνθεση και έτσι να γίνει αληθινά ο σύγχρονος γκραμσιανός ηγεμόνας ή να περιοριστεί στο ρόλο τον ηλίθιον δούλον μιας εξουσίας, δόλιας και αποξενωμένης, μηχανισμός χειραγώγησης νέων υπηκόων υποταγμένων από τα πράγματα ή επιτέλους να επιβιώσει όπως ο Δον Κιχώτης, εξαπατημένος από μια αδύνατη επανάσταση» (Βλέπε: θεωρία του πολιτικού κόμματος, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 73).

46. Βλέπε: Πιέτρο Ιγκράο: Μάζες και Εξουσία, Εκδόσεις θεμέλιο, Αθήνα 1979, σελ. 143.

47. Βλέπε: Alexis Mitropoulos (Round Table with: Luciana CasteUina, Rajko Tomovic, Frieder Otto Wolf, Giuseppe Vacca, Paulin Hountondji, Maurice Zeitlin, Nansen Debar) in "Socialism inthe World", No 56 (1986), p. 90.

 

 

Οι νέες τεχνολογίες και το Εργατικό Κίνημα

Αλέξης Μητρόπουλος

Η τεχνολογική επανάσταση και η «καπιταλιστική χρησιμοποίηση της» από τους κυρίαρχους και υπερεθνικούς, πλέον, καπιταλιστικούς κύκλους, που επεκτείνουν τη δράση τους, τον τελευταίο καιρό, με διαφορετικούς βέβαια όρους, και στο «άλλο» στρατόπεδο, παρέχει τεράστιες δυνατότητες πολιτικής, οικονομικής, καταναλωτικής, πολιτιστικής, διανοητικής, δηλαδή καθολικής χειραγώγησης των μαζών. Η «βιβηθική», η μεθοδευμένη επίδραση στα διάφορα στοιχεία και λειτουργίες της ανθρώπινης ύπαρξης, προσπαθεί να διαμορφώσει νέους τύπους βιομηχανοποιημένου ανθρώπου, μηχανιστικής συμπεριφοράς και ελεγχόμενων αντιδράσεων1. Μια ολοένα και πιο συγκεντρωτική, αυταρχική, αδιαφανής, πανίσχυρη, «Διεθνής της Κεφαλαιοκρατίας», έχει παραμερίσει τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, που αποτελούν απλώς προπέτασμα καπνού και μηχανισμούς άμβλυνσης δευτερογενών συγκρούσεων, και έχει επιβάλει την αναμφισβήτητη εξουσία της. Οι τελευταίες νομισματικές κρίσεις και αποκλίσεις, που σίγουρα στο μέλλον θα επαναληφθούν πιο έντονα, δεν οδηγούν στην κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος, που σίγουρα βρίσκεται σε βαθιά και αξεπέραστη κρίση, αλλά σε μια νέα, πιο άνιση κατανομή και μια πιο κυρίαρχη και συγκεντρωτική ισορροπία.

Η μικροηλεκτρονική επανάσταση εγκαινιάζει ήδη την εποχή της μαζικής υποκατάστασης της εργασίας από συστήματα μηχανών. Βαδίζουμε, σίγουρα και σταθερά, στο «τέλος της κοινωνίας της εργασίας»2. «Υποβαθμίζεται»3 ολοένα και περισσότερο η σημασία της ανθρώπινης εργασίας ως κατ' εξοχήν «αξιογόνας» παραγωγικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Μειώνεται όλο και περισσότερο η συμβολή της ανθρώπινης εργατικής δύναμης (χειρωνακτικής κύρια αλλά και διανοητικής) στην παραγωγή της εθνικής και παγκόσμιας υπεραξίας, του παγκόσμιου πλούτου γενικά.

Παρότι η παραγόμενη αξία εξακολουθεί σε κάθε περίπτωση να αποτελεί το προϊόν της εργασίας, μέσα από τη νέα κοινωνικοποίηση της παραγωγής αρχίζει πλέον να αμφισβητείται, σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, η «αναγκαιότητα» της εργασίας, σαν συντελεστή της παραγωγής. Τίθεται «καθεστωτικό» θέμα εργασίας. Βέβαια η τεχνολογική εντατικοποίηση της παραγωγής και η συνακόλουθη απελευθέρωση τεράστιων ποσοτήτων εργατικής δύναμης και χρόνου θα μπορούσαν και σε νέους τομείς παραγωγικής δραστηριότητας να οδηγήσουν και στη δημιουργική αξιοποίηση του χρόνου να συμβάλλουν και στην επανασυρραφή του κατακερματισμένου κοινωνικού ιστού να συντελέσουν. Αρκεί να γινόταν καθολική χρησιμοποίηση των τεχνολογικών δυνατοτήτων, δηλαδή κοινωνική (σοσιαλιστική) εξορθολογίκευση της παραγωγής: Παραγωγή ρυθμισμένη ποσοτικά και ποιοτικά στις πραγματικές ανάγκες του εργαζόμενου ανθρώπου.

Όσο όμως οι νέες τεχνολογίες εισέρχονται στην παραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος, τόσο και οι ανισότητες μεγαλώνουν. Και βέβαια όλο και εντονότερα θα τίθεται πρόβλημα νομιμοποίησης της εργασίας. «Δεν χρειάζεται πλέον εργασία, κυρίως στη χειρωνακτική της μορφή, στην παραγωγική διαδικασία. Δεν παράγει αξία»!! Και όσο και αν η νέα τεχνογνωσία, η νέα και συνεχώς ανανεούμενη τεχνολογία, αποτελεί, στη βαθύτερη ουσία της, τη συσσωρευμένη γνώση, εμπειρία και εφευρετικότητα της διαχρονικής ανθρώπινης παρουσίας, και άρα ό,τι καλύτερο έχει να δώσει η υπεραξία, που την ιδιοποιήθηκε το κεφάλαιο, τα πολυεθνικά συγκροτήματα και τα ερευνητικά τους προγράμματα (με την άμεση σύνδεση της παραγωγής με τα πανεπιστημιακά και άλλα ερευνητικά κέντρα), οι στρατιές των απολυομένων και των ανέργων, που σε ορατό χρονικό διάστημα θα είναι μεγαλύτερες από αυτές των εργαζομένων, δεν θα μπορούν να θέτουν κανενός είδους θέμα σχετικά με τη δημιουργία αξίας, υπεραξίας και την ιδιοποίηση τους από την κυρίαρχη τάξη. Απλώς δεν παράγουν. Δεν μαθαίνουν. Δεν ερευνούν. Δέχονται παθητικοί ή έκπληκτοι τα αγαθά ή υποπροϊόντα της καπιταλιστικής εξουσίας και επινοητικότητας. Και ο αγώνας πλέον για τη νομιμοποίηση της ίδιας της ζωής, ξεκομμένος από την νομιμοποιητική βάση της εργασίας και τα δυναμικά της ερείσματα, έρμαιος στη σύγχρονη κυβερνητική και παραπληροφόρηση, θα είναι άνισος, «προδιαγραμμένος και μοιραίος».

Δεν τίθεται πλέον θέμα τραίνου τεχνολογίας και ποιος δεν το έχει πάρει. Όλοι είμαστε ταξιδιώτες αυτού του ξέφρενου, εκπληκτικού και συνεχώς μεταβαλλόμενου κόσμου. Και θα είμαστε μέχρις ότου άλλοι και πολλοί λίγοι, ίσως λιγότεροι και από τους παλαιούς ηγεμόνες, κρίνουν ότι τα φορτηγά βαγόνια που μας φιλοξενούν, βαραίνουν υπερβολικά τον κύριο συρμό, που θέλει ν' απογειωθεί στο δικό του, ολιγαρχικό και αυτάρκη δρόμο.

Το γεγονός ότι η ανθρώπινη εργασία στην εποχή της τεχνολογικής εντατικοποίησης και της υπερεθνικής καπιταλιστικής χρησιμοποίησης της υποβαθμίζεται και ως ανθρώπινη δραστηριότητα αλλά και ως συμβολή στην παραγωγή της αξίας σήμερα είναι αναμφισβήτητο. Προκύπτει άλλωστε εμπειρικά και από πολλές μελέτες, που έχουν, τον τελευταίο καιρό, δει το φως της δημοσιότητας. Η προϊούσα υποβάθμιση της ανθρώπινης εργασίας δεν αποτελεί «νέο στοιχείο» που «απρόβλεπτα» προκλήθηκε από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και ειδικότερα από την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία. Γιατί την ποσοτική και ποιοτική διαφοροποίηση της συμβολής της ανθρώπινης εργασίας όσο αυξάνεται η αντίστοιχη συμβολή των δημιουργημάτων του ανθρώπου - της καπιταλιστικής παραγωγής - (μηχανών) είχαν πρώτοι προβλέψει και επιστημονικά θεμελιώσει τόσο οι βασικοί εκφραστές4 της κλασικής (αγγλικής) πολιτικής οικονομίας, όσο βέβαια και κύρια οι κλασικοί του μαρξισμού. Την προϊούσα «αναίρεση» της άμεσης εργασίας είχε πρώτος αναγγείλει ο Κ. Μαρξ (π.χ. θεμελιώνοντας την έννοια της «σχετικής υπεραξίας»), στο «Κεφάλαιο» και στα «Grundrisse». Αξίζει ν' αναφέρουμε όλο το σχετικό απόσπασμα που έχει αναμφίβολα τόση μεγάλη επικαιρότητα σήμερα. Εκεί λοιπόν αναφέρει ότι: «Η ανταλλαγή ζωντανής εργασίας έναντι αντικειμενοποιημένης, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελική ανάπτυξη της σχέσης της αξίας και της παραγωγής που στηρίζεται στην αξία. Προϋπόθεση της είναι και παραμένει η μάζα τον άμεσου χρόνου εργασίας, το ποσό της χρησιμοποιούμενης εργασίας, σαν αποφασιστικού παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου. Στο μετρό όμως που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, εξαρτάται η δημιουργία του πραγματικού πλούτου λιγότερο από το χρόνο εργασίας και το ποσόν της χρησιμοποιούμενης εργασίας και περισσότερο από τη δύναμη των πρακτόρων που μπαίνουν σε κίνηση στη διάρκεια του χρόνου εργασίας κι αυτή πάλι - η ισχυρή αποτελεσματικότητα της - δε βρίσκεται σε αντιστοιχία προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που στοιχίζει η παραγωγή της, αλλά πολύ περισσότερο εξαρτάται από το γενικό επίπεδο της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας ή της εφαρμογής της επιστήμης στην παραγωγή (...) Πολύ περισσότερο, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται - κι αυτό αποκαλύπτει η μεγάλη βιομηχανία - σε τεράστιες δυσαναλογίες ανάμεσα στο χρόνο εργασίας, που χρησιμοποιήθηκε και το προϊόν του, καθώς επίσης και σε ποιοτικές δυσαναλογίες μεταξύ της μειωμένης σε καθαρή αφαίρεση εργασίας και της βίας του προτσές παραγωγής που αυτή εποπτεύει. Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ ως συμπεριλαμβανόμενη στο προτσές παραγωγής, όσο πολύ περισσότερο ως συμπεριφορά του ανθρώπου σα φύλακα και ρυθμιστή του προτσές παραγωγής (...). Εμφανίζεται (ο εργάτης) πλάι στο παραγωγικό προτσές, αντί να είναι ο κυριότερος πράκτορας του. Αυτό που παρουσιάζεται μέσα σε τούτη τη μεταβολή ως βασικό στήριγμα της παραγωγής του πλούτου, δεν είναι ούτε η άμεση εργασία που εκτελεί ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος που αυτός εργάζεται, παρά η ιδιοποίηση της ίδιας της δικής του παραγωγικής δύναμης, η αντίληψη του για τη φύση και η κυριάρχηση της με την ύπαρξη του σαν κοινωνικού σώματος - με μια λέξη η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου πάνω στην οποία στηρίζεται ο σημερινός πλούτος, φαίνεται έναντι αυτού που δημιουργεί η ίδια η μεγάλη βιομηχανία σαν τιποτένια βάση. Μόλις πάψει η εργασία, στην άμεση μορφή της, να είναι η μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει και πρέπει να παύει και ο χρόνος εργασίας,, να είναι το μέτρο του και κατά συνέπεια η ανταλλακτική αξία το μέτρο της χρήσιμης αξίας, Η υπερεργασία της μάζας θα έχει πάψει να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως επίσης και η μη εργασία των λίγων για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού. (...) Συνεπώς ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικότητας, όχι μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας για να παραχθεί πρόσθετος χρόνος, αλλά γενικά μείωση της αναγκαίας εργασίας της κοινωνίας στο μίνιμουμ, που στο εξής αντιστοιχεί στην καλλιτεχνική, επιστημονική κλπ. μόρφωση τον ατόμου, με το χρόνο που έχει γίνει ελεύθερος για όλους και τα δημιουργούμενα μέσα»

Όπως και σε προηγούμενη μελέτη6 μας είχαμε υποστηρίξει η τεχνολογική επανάσταση υπήρξε, πριν μερικά χρόνια, ο νέος «μονόδρομος» στον οποίο ο (υπερεθνικός) καπιταλισμός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του για μια νέα, πιο αποτελεσματική, ελεγχόμενη και βεβαίως άνιση συσσώρευση και ανάπτυξη. Σήμερα λοιπόν είναι αναμφισβήτητη αλήθεια ότι η καπιταλιστική χρησιμοποίηση της νέας τεχνολογίας έχει αφάνταστα ενισχύσει τη θέση του καπιταλισμού και τις μορφές της κυριαρχίας του.

Ειδικότερα στον τομέα της εργασίας. Το στόχο της πλήρους απασχόλησης προβάλλουν σήμερα μόνο ανιστόρητοι και δημαγωγοί πολιτικοί και τεχνοκράτες. Γιατί η «κοινωνία της πλήρους απασχόλησης» δεν μπορεί να υπάρξει στο μέλλον. Ανήκει πια στο παρελθόν. Στο τέλος του αιώνα μας η ανεργία θα αυξηθεί σε τρομακτικά ποσοστά. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον το ένα τρίτο (1 3) του ενεργού εργατικού δυναμικού σ' όλες τις ευρωπαϊκές χώρες θα είναι εκτός παραγωγής και υπηρεσιών. Η μαζική αυτή, σχεδόν τρομακτική, έξοδος των εργαζομένων από την παραγωγική διαδικασία δεν θα συνοδευτεί απαραίτητα και από προβλήματα (λειτουργικά, οργανωτικά κλπ.) στην ομαλή διεξαγωγή της παραγωγής. Η απαισιόδοξη αυτή πρόγνωση για το μέλλον της ανθρώπινης εργασίας (της εργατικής τάξης) αφορά όλες, χωρίς εξαίρεση, τις χώρες της Ευρώπης, του πλανήτη γενικά, ανεξάρτητα από κοινωνικοοικονομικό σύστημα και βαθμό ανάπτυξης. Γιατί σ1 άλλες η μαζική κατάργηση των θέσεων εργασίας και η υποαπασχόλη θα είναι συνέπεια της γενικευόμενης τεχνολογικής εντατικοποίησης, ενώ σ' άλλες θα είναι συνέπεια του βαθέματος της «ανάπτυξης της υπανάπτυξης».

Πράγματι, η γενική, εντατική και εκτατική, αυτοματοποίηση της παραγωγής (και των υπηρεσιών) καταργεί μαζικά τους εργαζόμενους αλλά καταργεί ταυτόχρονα και τους δυνητικούς αγοραστές7. Έτσι το φάσμα μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης υπερπαραγωγής και υποκατανάλωσης ταυτόχρονα, που σίγουρα, αν όχι αποκλειστικά, θα οφείλεται στο πρότυπο ανάπτυξης ή μη ανάπτυξης, που συνδέεται με τις νέες τεχνολογίες, θα απειλήσει τα επόμενα 510 χρόνια τον πλανήτη μας. Ο οικονομικός «αποκλεισμός», η εξοντωτική χρέωση και η επακόλουθη «ανάπτυξη της υπανάπτυξης» του Τρίτου Κόσμου, η πιστωτική ασφυξία, η πολιτιστική αλλοτρίωση, η διαφήμιση και η ανεξέλεγκτη προβολή του άκρατου καταναλωτισμού είναι «πληγές» που φαίνεται ότι δεν μπορούν να επουλωθούν.

Παρόλα αυτά όμως και ο τελευταίος εργαζόμενος ξέρει ότι πόροι υπάρχουν τεράστιοι σήμερα στον κόσμο. Πλούτος παράγεται άφθονος περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Με μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση και χρήση των νέων παραγωγικών δυνάμεων είναι σίγουρο ότι θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Ο πλούτος όμως αυτός είναι ολιγαρχικά (καπιταλιστικά) συσσωρευμένος, άνισα κατανεμημένος και αλόγιστα σπαταλώμενος. Τα εθνικά και υπερεθνικά κέντρα και οι μηχανισμοί που τον ελέγχουν και τον διαχειρίζονται δεν έχουν ούτε την επιθυμία ούτε τη δυνατότητα να επινοήσουν και να προωθήσουν ένα νέο τύπο (καπιταλιστικής) ανάπτυξης, ούτε βέβαια, και πολύ περισσότερο, ένα νέο τύπο «δίκαιης και ίσης ανάπτυξης» για μια «παγκόσμια ευημερία». Είναι η τροχοπέδη της «κοινωνικής δικαιοσύνης» παρόλο ότι δείχνουν ότι είναι διατεθειμένοι κι αγωνίζονται για το αντίθετο.

Μπροστά λοιπόν σε μια τέτοια δυσμενή διεθνή συγκυρία, όπου ο (υπερεθνικός) καπιταλισμός και ο τεχνολογικός ιμπεριαλισμός βρίσκονται σε σαφώς πιο ενισχυμένη, σχεδόν κυρίαρχη, σχέση απέναντι στον κόσμο της εργασίας (μισθωτοί, άνεργοι, συνταξιούχοι, οικοκυρές, νέοι κ.ά.) και όπου και οι πιο απαισιόδοξοι (ίσως πιο αντικειμενικοί;) σύγχρονοι αναλυτές μας διαβεβαιώνουν ότι «οριστικά και αμετάκλητα» δεν υπάρχει διέξοδος για τις μάζες και τους λαούς, η δυνατότητα κατάρτισης και προώθησης μιας εναλλακτικής πολιτικής και οικονομικής πρότασης, υπερβατικής (ή ανατρεπτικής) του κυρίαρχου (καπιταλιστικού) συστήματος αφάνταστα μειώνεται, σχεδόν μηδενίζεται, από την κατάσταση που επικρατεί στα ίδια τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα της Αριστεράς*. Γιατί ο εκφυλισμός, και η γραφειοκρατικοποίηση που επικρατεί σ' όλες σχεδόν της οργανώσεις της ευρωπαϊκής (λεγόμενης) Αριστεράς έχουν κάνει τις οργανώσεις αυτές πολιτικά αναξιόπιστες και βεβαίως ανίκανες να ερμηνεύσουν τη νέα διαμορφωμένη κατάσταση και να συνθέσουν ένα νέο πρόγραμμα και δράση για τα μέλη τους και τους εργαζόμενους γενικά. Κι όχι μόνο αυτό: αδυνατούν να ενεργοποιήσουν και να ευαισθητοποιήσουν τις μάζες σχετικά με τις αλυσιδωτές επιθέσεις που υφίστανται αυτές τον τελευταίο καιρό σ' όλες σχεδόν της δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί η αμυντική θέση στην οποία έχει περιέλθει σχεδόν ολόκληρο το δυτικοευρωπαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα; Πώς αλλιώς πρέπει να ερμηνευθεί η σχεδόν χωρίς καμιά ουσιαστική αντίσταση, απ' όλες τις χώρες της ΕΟΚ επιβολή των λεγόμενων «νέων εργασιακών σχέσεων», που αναρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις, αποκλειστικά σε όφελος του κεφαλαίου, αφαιρώντας από το εργατικό δίκαιο ό,τι είχε εναπομείνει από την παραδοσιακή «προστατευτική του» λειτουργία στα πλαίσια του καπιταλιστικού (αστικού) συστήματος.

Γιατί όλες οι «νέες μορφές» εργασίας (ελαστικό ωράριο, μερική απασχόληση, τέταρτη βάρδια, δουλειά με το κομμάτι φασόν, «δίδυμη»εργασία, απαγόρευση διπλοθεσίας, απαγόρευση εργασίας συνταξιούχων) δεν έχουν επινοηθεί βέβαια ούτε εφαρμόζονται για το όφελος των εργαζομένων. Ούτε βέβαια αντιμετωπίζουν, όπως υποστηρίζεται από τους θιασώτες τους, το πρόβλημα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης. Κάτι τέτοιο ούτε μπορούν ούτε βέβαια σκοπεύουν να κάνουν. Γιατί οι «νέες» μορφές εργασίας απλά αποτελούν νέες μορφές εκμετάλλευσης. Είναι βλαπτικές για τα συμφέροντα των χαμηλόμισθων και μεσαία αμειβόμενων εργαζομένων και συνταξιούχων. Διασπούν το μέτωπο της εργασίας και εντείνουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Είναι μηχανισμοί αναδιανομής της φτώχειας ανάμεσα στους παλαιούς και τους νέους φτωχούς (ανέργους, περιοδικά μερικά απασχολούμενους συνταξιούχους κ. ά.) Η ανασφάλεια άλλωστε στους κανόνες της εργασίας μας φέρνει πολλές δεκαετίες πίσω και ασφαλώς κλονίζει τη συνοχή τον συνδικαλιστικού κινήματος που και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα δεν βρίσκεται σε καθόλου ζηλευτή κατάσταση9.

Γι αυτό η ζοφερή αυτή προοπτική, όπως την περιγράψαμε παραπάνω, διανοίγει νέους ορίζοντες δράσης του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, που επιβάλλουν νέα οργάνωση, γνώση, αποτελεσματικότητα.

Όταν τα πραγματικά, ιδεολογικοπολιτικά και αξιολογικά στοιχεία του συστήματος, κρίνονται στα περιορισμένα αυτοποιητικά του όρια, δεν είναι δύσκολο για τον μελετητή να προσδιορίσει τη διαχρονική τους επιρροή και αποτελεσματικότητα και να αποφανθεί για τη συνολική προώθηση, κυριαρχία ή υποχώρηση τους. Αν όμως ιδωθούν, όπως είναι σωστό, στα πλαίσια της παγκόσμιας κινητικότητας, δράσης και επικράτησης, όπου οι υπερεθνικοί κανόνες υπερβαίνουν και αυτήν ακόμη την λογική των συστημάτων, τότε θα ήσαν όλοι πολύ προσεκτικότεροι στην χρήση της έννοιας «κρίση» και πολύ περισσότερο στην δογματική απόδοση των λεγόμενων «κρισιακών» φαινομένων αποκλειστικά και μόνον στις αντικειμενικές συνθήκες λειτουργίας του ενός συστήματος.

Παρήλθαν πλέον ανεπιστρεπτί οι καιροί που η εξ ιδεολογικού καθήκοντος κρισιολογία του καπιταλιστικού συστήματος θεωρούσε το εργατικό κίνημα αναμφισβήτητο πρωταγωνιστή των εξελίξεων και περνούσε τη νομοτελειακή της αισιοδοξία χωρίς πολλές απαιτήσεις. Και το ποιος έχει αυτή τη δεδομένη ιστορική περίοδο την πρωτοβουλία των κινήσεων πρέπει να μας απασχολήσει με επιστημοσύνη, αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια. Γιατί η ορθή κατανόηση και ερμηνεία της συγκυρίας είναι το πρώτιστο καθήκον όλων των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων, το έδαφος όπου θα αναπτυχθεί η νέα στρατηγική και τακτική της εργατικής τάξης για τη σοσιαλιστική αλλαγή.

Σε διεθνές, λοιπόν, επίπεδο το εργατικό κίνημα κάθε άλλο παρά έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Οι νέες τεχνολογικές και μεταβιομηχανικές συνθήκες παραγωγής το οδήγησαν σε υποχώρηση. Πολλά πλέον στην πιο προηγμένη και διαρκώς κλιμακούμενη παραγωγική διαδικασία μπορούν να γίνουν και χωρίς αυτό!! Οι κοσμογονικές αλλαγές δεν οδηγούν απλώς στη διάρρηξη του παραδοσιακού πλέγματος των εργασιακών σχέσεων με τη σοσιαλδημοκρατική ή συντηρητική εκδοχή τους και στην αναγκαστική προσαρμογή της εργασίας στις ολοένα και απαιτητικότερες κινήσεις του κεφαλαίου. Αμφισβητούν την ίδια την εργασία, την ίδια την νομιμοποιητική, τουλάχιστον κατά την παραδοσιακή λογική, βάση του εργατικού κινήματος. Σε ένα κόσμο που δεν είσαι αναγκαίος, εξωθείσαι στο περιθώριο. Και ζεις, όπως ζεις, όχι πλέον χάριν της ανταλλακτικής δύναμης της εργασίας σου, η οποία τίθεται εκτός διαπραγμάτευσης, αλλά χάριν της επιβίωσης και της ανάπτυξης του συστήματος, με τα προδιαγραμμένα όρια ανοχής. Και τότε γίνεσαι δέσμιος μιας πολιτικής που αναζητά παθητικά την επιβίωση στις προσφερόμενες διεξόδους της, λιγότερο ή περισσότερο μετρημένης, κοινωνικής αλληλεγγύης.

Το εργατικό κίνημα σήμερα βρίσκεται σε άμυνα. Μια άμυνα που δεν εμπεριέχει την τακτική τη: ανασύνταξης των δυνάμεων, της εκπόνησης της νέας επιθετικής τακτικής, της εμμονής στον ίδιο στρατηγικό στόχο. Περιέχει πολύ περισσότερα στοιχεία παθητικότητας, άμβλυνση του ταξικού κριτηρίου, αποδοχής των τετελεσμένων, παρά υπέρβασης της συγκυρίας, αισιοδοξίας, οργανωτικής συσπείρωση:. Ένα βαρύ πέπλο «αποσυνδικαλισμού» απλώνεται, αργά μ(χ σταθερά, κύρια στη Δυτική Ευρώπη. Και οι κυριότερες συνδικαλιστικές και πολιτικές του οργανώσεις ευρίσκονται of διαρκή αδυναμία εκπόνησης εναλλακτικής λύσης. Αυτή άλλωστε, η μονομερής αναδιάταξη των συντελεστών της παραγωγής και η αμφισβήτηση της εργασίας, τουλάχιστον στην παραδοσιακή της μορφή, αποδεικνύει εαυτής την δυναμική των ταξικών αντιπάλων και προοιωνίζεται τη νέα εθνική και υπερεθνική οργάνωση αυτών των μηχανισμών και διακρατικών κοινοτήτων, που θα αντιστοιχηθούν στη νέα παραγωγική διαδικασία.

Αυτή η θεμελιακή αμφισβήτηση της αξίας της εργασίας και τον ρόλου τον εργατικού κινήματος δεν επιτρέπει την αφέλεια της προώθησης, σαν εναλλακτική στρατηγική, των συμμετοχικών θεσμών, μ ' όλη την ποικιλία που έχουν αυτοί θεσπισθεί και εφαρμοσθεί στη Δυτική Ευρώπη'". ούτε των άλλων συναινετικών διαδικασιών, τώρα μάλιστα που και οι δύο κοινωνικοί αντίπαλοι δεν έχουν, ο καθένα; για του: δικούς του λόγους, ω: προτεραιότητα την εργατική συμμετοχή. Στην ολοένα και πιο συγκεντρωτική διευθυντική λειτουργία του υπερεθνικού καπιταλισμού, όπου η ταχύτητα στη λήψη των αποφάσεων και η αστραπιαία αντίδραση στα διαρκώς μεταβαλλόμενα νομισματικά, πιστωτικά, εμπορικά, πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα, αποτελεί, όρο ύπαρξης και κυριαρχίας, τέτοιες επεξεργασίες και προσδοκίες ηχούν παράταιρα. Και όπου και αν εισάγονται αφορούν δευτερεύουσας σημασίας τομείς για την εξασφάλιση της αναγκαίας κοινωνικής συναίνεσης σε πολύ περιορισμένα τοπικά ή κλαδικά όρια. Ούτε. πολύ περισσότερο, ευνοεί την προώθηση θεσμών «συλλογικής αυτονομίας», «εθελοντικής διαιτησίας» κλπ. αφού οι δύο πλευρές δεν είναι ισότιμες και το κράτος είναι με το μέρος των εργοδοτών. Και ασφαλώς δεν αποτελεί εναλλακτική λύση η προβολή των μεμονωμένων αιτημάτων των εργαζομένων ή των προβλημάτων των ανέργων ή άλλων ευπαθών και εκμεταλλευόμενων ομάδων (οικοκυρών, συνταξιούχων κλπ.), που, χωρίς να παύσουν να προβάλλονται με κάθε πρόσφορο τρόπο, μόνο μέσα στα πλαίσια της συνολικής εναλλακτικής αμφισβήτησης και λύσης μπορούν να ικανοποιηθούν.

Επί μέρους αναδιατάξεις και προσαρμογές με την επίκληση της ανάγκης για αποτελεσματικότερο αγώνα, που οδηγούν σε διασπαστικές ενέργειες και χωριστή δράση (π.χ. διάσπαση του συνδικαλισμού σε δημοσιοϋπαλληλικό και εργατοϋπαλληλικό, ή διόγκωση των δευτερευουσών αντιθέσεων και ιδιαιτεροτήτων), οδηγούν στην παραπέρα εξασθένιση του μετώπου της εργασίας και καθιστούν πλέον ευάλωτο τον κοινωνικό χώρο. που καλύπτει.

Το παγκόσμιο εργατικό κίνημα βρίσκεται στο κρισιμότερο σημείο των μεταπολεμικών χρόνων. Η μη αποτελεσματική του αντίδραση δεν αναβάλλει απλά την καπιταλιστική υπέρβαση για το μέλλον, όταν οι συνθήκες, στη διαμόρφωση των οποίων αυτό δεν συμβάλλει, οδηγεί στην πλήρη υποταγή και εξουθένωση του. Η άρνηση προσαρμογής το οδηγεί από μέρα σε μέρα σε όλο και πιο χειρότερη θέση.

Το ζητούμενο είναι πώς θα επιτύχει τον έλεγχο, τη διαχείριση και την παραπέρα ανάπτυξη και τελειοποίηση των νέων μηχανών, που παράγουν περισσότερο από πριν πλούτο. Ένα πλούτο που δεν ανήκει πια σ1 αυτούς που τον δημιούργησαν (εργαζόμενοι), που παράγεται όμως από τα δημιουργήματα του ανθρώπου (μηχανές). Που δεν βρίσκεται στα χέρια των πολλών αλλά κάτω από τον απόλυτο έλεγχο και διαχείριση των υπερεθνικών πολιτικών και οικονομικών κέντρων.

Γι αυτό επιβάλλεται μια νέα στρατηγική. Από αυτήν τη νέα στρατηγική τον εργατικού κινήματος, που πρέπει να οδηγήσει και στη συγκρότηση νέων, ευέλικτων, επιθετικών υποκειμένων συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης, προκύπτουν οι πιο κάτω άμεσοι στόχοι του:

α. Ενότητα του κόσμου της εργασίας (εργαζόμενοι, άνεργοι, οικοκυρές, συνταξιούχοι, νέοι κλπ.) στη βάση των προβλημάτων, των σημερινών και κύρια των μελλοντικών. Μπρος στις κοσμογονικές αλλαγές και την ανάγκη για κοινή αντιμετώπιση όλες οι άλλες διαφορές φαντάζουν σαν απλά, αφελή ή ύποπτα προσχήματα. Δεν υφίσταται θέμα σύγκλισης των συστημάτων. Το προνόμιο της παραγωγής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας δεν μπορεί να υπάρχει εσαεί στα καπιταλιστικά υπερεθνικά κέντρα. Γιατί τότε τίθεται θέμα συμβιβασμού με τους όρους, που αυτά θέτουν.

6. Άρνηση και ακύρωση της εφαρμογής των «εναλλακτικών» μορφών εργασίας (ελαστικό ωράριο, τέταρτη βάρδια, δουλειά με το κομμάτι φασόν. νυκτερινή εργασία, προσυνταξιοδοτικό καθεστώς κ.ά.). Η επίκληση της ταξικής αλληλεγγύης προς τους άνεργους συναδέλφους, που θα αυξηθούν εκρηκτικά στα επόμενα χρόνια, η οποία πρέπει να εκδηλωθεί με παραίτηση από τα κεκτημένα αποτελεί στείρο λαϊκισμό και απαράδεκτη πρόκληση. Την ανεργία θα την πληρώσουν αυτοί που την προκαλούν ή σκόπιμα την διατηρούν. Το εργατικό κίνημα δεν κατάφερε αυτό να το αποδείξει με τους αγώνες του.

γ. Δραστική μείωση των ωρών εργασίας χωρίς αντίστοιχη μείωση του μισθού", ώστε και ο ελεύθερος χρόνος να αυξηθεί και μια νέα πιο ευνοϊκή κατανομή να προκύψει με την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

δ. Κοινωνικός μισθός για όλους, ανεξάρτητα από την κατοχή ή όχι κάποιας θέσης εργασίας ή απασχόλησης.

 

1. Για τα κοινωνικά, ψυχολογικά και ηθικά προβλήματα από την έλευση της μηχανοκρατίας, της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού βλέπε την πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του Georges Friedmann «Πού τραβά η ανθρώπινη εργασία», Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1984.

2. Η φράση αυτή ανήκει στον Αντρέ Γκορζ. Βλέπε «Οι Δρόμοι των παράδεισων». Εκδόσεις Κομμούνα θεωρία 8 Αθήνα 1986, σελ. 53.

3. Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες εργασίες πάνω στην προβληματική αυτή αναφέρω τις εργασίες των: Harry Braverman: «Labor and Monopoly Capital, The Degradation of Work in the Twentieth Century», Monthly Review Press, New York 1974 και του Harry Magdoff: «Η σημασία της Εργασίας», στη Μηνιαία Επιθεώρηση (Monthly Review), τεύχος 39 (1983), σελ. 13 επ.

4. Και ο Άνταμ Σμιθ (17231790) στο έργο του Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των Εθνών (1776) και ο Ντέηβιντ Ρικάρντο (17721823) στο έργο του Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Δημοσιονομίας (1817) είχαν αναφερθεί στο ζήτημα αυτό.

5. Βλέπε: Καρλ Μαρξ: «Ο άνθρωπος στην εργασία και τη συνεργασία» από τα «Grundrisse» 185758), εκδόσεις: Γερ. Αναγνωστίδης, Αθήνα, σελ. 244246.

6. Βλέπε Αλέξη Μητρόπουλου «Το Μέλλον τον Συνδικαλιστικού Κινήματος» (Μέρος Δεύτερο) περιοδικό «θέσεις», τεύχος 20 (1987) σελ. 35.

7. Βλέπε Αντρέ Γκορζ, το ίδιο, σελ. 51.

8. Βλέπε Αλέξη Μητρόπουλον: «Το Μέλλον τον Συνδικαλιστικού Κινήματος, θέσεις 20 σελ. 36.

9. Στον Κόσμο της Εργασίας, τον οποίο χρησιμοποιώ με την πιο πλατιά του έννοια, συμπεριλαμβάνω όλους τους εργαζόμενους, ανέργους, συνταξιούχους, οικοκυρές, νέους, όλους δηλαδή αυτούς που όπως λέει ο Αντρέ Γκορζ (Βλέπε: «Αντίο Προλεταριάτο», Εκδόσεις νέα σκέψη, Αθήνα 1986, σελ. 34, σημείωση 1) «δεν διαχωρίζονται, ούτε εκπροσωπούν, ούτε υπηρετούν το κεφάλαιο και τις απαιτήσεις του».

10. Βλέπε Αντρέ Γκορζ, το ίδιο, σελ. 82 επ. 138

11. Βλέπε γι’ αυτό το βιβλίο μου: «Συνδικάτα κι Εξουσία στη Δυτική Ευρώπη», Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα. Αθήνα - Κομοτηνή 1986.

 

 19/04/2003

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)