"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Ταξικός συνδικαλισμός

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από τις κινητοποιήσεις για το Ασφαλιστικό και την απάτη του "κοινωνικού διαλόγου"

 

Το μέλλον του Συνδικαλιστικού Κινήματος

 

Eνα διαχρονικό άρθρο του ΑΛΕΞΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ για το συνδικαλιστικό Κίνημα σε ολόκληρο τον κόσμο που έχει και σήμερα την ίδια θεωρητική αξία, όπως και την περίοδο που δημοσιεύθηκε. Ένα άρθρο που πρέπει να διαβαστεί από τους συνδικαλιστές, αλλά και από κάθε πολιτικοποιημένο εργάτη, φοιτητή και γενικά εργαζόμενο άνθρωπο. Από το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ για τους φίλους και συντρόφους.

(Μέρος 1ο)

150 χρόνια μετά το «Κίνημα των Χαρτιστών» (1837), το πρώτο οργανωμένο κίνημα της εργατικής τάξης στην Ευρώπη, πολλά άλλαξαν και πολλά πρέπει ν' αναθεωρηθούν

1. Η κατάσταση σήμερα

1.1 Εισαγωγικά

Αποτελεί γεγονός, που δεν μπορεί εύκολα πια ν' αμφισβητηθεί, ότι η κατάσταση του Συνδικαλιστικού Κινήματος στην Ευρώπη δεν είναι καθόλου καλή. Τον τελευταίο μάλιστα καιρό όλο και πληθαίνουν οι αναφορές στο λεγόμενο φαινόμενο του «αποσυνδικαλισμού». Όλο και περισσότερο, δηλαδή, γίνεται λόγος για την προϊούσα αδυναμία των συνδικάτων να παρέμβουν, να επηρεάσουν, την επίλυση και των μικρής ακόμα σημασίας κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, που απασχολούν τα πλατιά λαϊκά στρώματα στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες. Το κοινό συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγουν όλες σχεδόν οι αναλύσεις, είναι ότι το συνδικάτο, ιστορικά πρώτη μαζική οργάνωση της εργατικής τάξης, έπαψε να διαδραματίζει το ρόλο, που παλαιότερα έπαιζε. Έπαψε ν' αποτελεί αξιόπιστο κοινωνικό υποκείμενο, ικανό για οποιαδήποτε ουσιαστική παρέμβαση ή πρωτοβουλία σε μια πράγματι πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία για ολόκληρο τον κόσμο της εργασίας.

Μήπως λοιπόν το Συνδικάτο - προλεταριακός θεσμός του οποίον η εμφάνιση, σύμφωνα με τον Αντ. Γκράμσι, υπήρξε περισσότερο έκφραση της εξωτερικής πίεσης του καπιταλιστικού ανταγωνισμού' παρά των εξωτερικοί αναγκών της εργατικής τάξης - «ξεπεράστηκε» και πρέπει να μπει στο μουσείο της ιστορίας; Πώς δικαιολογείται η ύπαρξη τον όταν μπορεί ελάχιστα πια να παρεμβαίνει στον ελεύθερο καπιταλιστικό ανταγωνισμό και την προστασία της τιμής της εργατικής δύναμης στην αγορά, για να μην αναφέρουμε την πλήρη σχεδόν αδυναμία τον να παρεμβαίνει σε καθοριστικά ζητήματα, που απασχολούν τη σύγχρονη οικονομία και κοινωνία;

1.2 Στη Δυτική Ευρώπη

Μετά από ενάμισυ περίπου αιώνα αναμφισβήτητα θετικής δράσης, πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν, ότι το συνδικάτο έπαψε πια ν' ανταποκρίνεται στις ανάγκες που το γέννησαν. Αυτό, υποστηρίζουν, ήταν φυσικό επακόλουθο ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου οι εργαζόμενοι έχουν κατακτήσει και ένα σχετικά ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο αλλά και άλλα κοινωνικά δικαιώματα, που, μέχρι και μερικά χρόνια πριν, ανήκαν στο χώρο διεκδίκησης των συνδικάτων.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι το συνδικάτο, πρώτος μαζικός τρόπος αντίστασης (άμυνας) των εργαζομένων απέναντι στις αυθαιρεσίες του κεφαλαίου, είναι θεσμός οργανωτικά και λειτουργικά παρωχημένος, ανεπίκαιρος, και δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα και τις ανάγκες της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Στα πλαίσια αυτής της άποψης υποστηρίζεται ότι η εξασθένηση του κοινωνικού και οικονομικού ρόλου του συνδικάτου οφείλεται στις σημαντικές αλλαγές που συντελέστηκαν στην παραγωγή και την κοινωνία από τη νέα τεχνολογία. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι οι τεχνολογικές αλλαγές ακυρώνουν τη μαρξιστική θεωρία για την εργασία σαν αποκλειστικό δημιουργό της αξίας και της υπεραξίας και για την ταξική οργάνωση των μισθωτών εργατών σαν το επαναστατικό υποκείμενο που πολεμά την παλιά (καπιταλιστική) και οικοδομεί τη νέα (σοσιαλιστική) κοινωνία.

Τέλος άλλοι αποδίδουν τη συνεχή αποδυνάμωση και εξασθένηση του κοινωνικοοικονομικού ρόλου του συνδικάτου στη φύση και στο ρόλο του ίδιου του κράτους (καπιταλιστικού και γραφειοκρατικού) καθώς και στη φύση και τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων των οποίων ο ρόλος γίνεται όλο και πιο καθοριστικός, πατερναλιστικός και αυταρχικός στις σύγχρονες κοινωνίες που είναι κοινωνίες κομμάτων, ειδικότερα κομματικών (μειοψηφικών) ολιγαρχιών.

Εκτιμώντας λοιπόν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα στο δυτικοευρωπαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα (την επικίνδυνα χαμηλή μαζικότητα του, την οργανωτική του διάσπαση, την προϊούσα πτώση της δημοτικότητας του3, τη γραφειοκρατικοποίησή του, την ενσωμάτωση του στο κράτος, την εξάρτηση του από τα κόμματα την αναποτελεσματικότητα και τον εκφυλισμό των απεργιακών τον αγώνων), μπορούμε να συνάγουμε ότι το συνδικαλιστικό κίνημα σήμερα διέρχεται μια συνολική κρίση4, κρίση ταυτότητας, θεωρίας και στρατηγικής. Είναι ένας θεσμός σε κρίση, μιας κοινωνίας που βρίσκεται κι αυτή σε καθολική κρίση (οικονομική, πολιτική, αξιών), μιας κοινωνίας κομμάτων που δεν παράγει κρίση μόνο αλλά και αναπαράγεται μέσα από την κρίση.

1.3 Στην ανατολική Ευρώπη.

Τι γίνεται όμως στο «άλλο» στρατόπεδο. Ποια είναι η πραγματική θέση του συνδικαλιστικού κινήματος στις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες;5 Ποιον κοινωνικό ρόλο έχουν επιφυλάξει στο συνδικαλιστικό κίνημα οι χώρες αυτές;

Δρώντας σε μια κοινωνία που κι αυτή με τη σειρά της διέρχεται τη δική της κρίση, ίσως άλλης έκτασης κι έντασης, από εκείνη των καπιταλιστικών κρατών, το συνδικαλιστικό κίνημα δεν διαδραματίζει κι εκεί κανένα σημαντικό κοινωνικό ρόλο6. Η άποψη για το ρόλο τον συνδικάτου, που επικράτησε μετά το 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας (Μπολσεβίκων) το" 1921, και η οποία προέβλεπε τη μετεξέλιξη του συνδικάτου σε όργανο διαχείρισης ολόκληρης της οικονομίας, έγινε η κυρίαρχη ιδεολογική πολιτική αντίληψη που με μερικές μόνο διαφοροποιήσεις ίσχυσε μέχρι σήμερα. Η αντίληψη αυτή οδήγησε στην προϊούσα κρατικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος μ' όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα που επιφέρει αυτή η κατάσταση.

Βασικότερες εκφράσεις λειτουργίες τον «Κρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος», όπως εξειδικεύτηκαν αργότερα με αποφάσεις του κόμματος και του Κεντρικού Συμβουλίου των Συνδικάτων στην Ε.Σ.Σ.Δ., αλλά και στις άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, είναι οι εξής:

α. Το Συνδικάτο είναι μηχανισμός (ιμάντας) που συνδέει την καθοδηγητική δύναμη της Κοινωνίας (Κόμμα) με τα λαϊκά στρώματα της εργατικής τάξης. Μέσα στα πλαίσια αυτά, όπως γίνεται κατανοητό, το «Συνδικάτο Ιμάντας» δεν μπορούσε να είναι, ούτε ανεξάρτητη ταξική οργάνωση του προλεταριάτου ούτε βέβαια ισότιμος συνεταίρος του Κόμματος.

6. Το Συνδικάτο βοηθά το Κράτος στην υλοποίηση των διαχειριστικών του λειτουργιών στον τομέα της οικονομίας, και

γ. Το Συνδικάτο ασκεί την προστατευτική του λειτουργία απέναντι στους εργαζόμενους. Η «παραδοσιακή» αυτή λειτουργία του συνδικάτου αφορά κύρια τις δυσμενείς συνέπειες των γραφειοκρατικών παραμορφώσεων του Κράτους πάνω στους εργαζόμενους.

Σήμερα τα Συνδικάτα στις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες δεν είναι βέβαια ένας «παθητικός ιμάντας» μεταφοράς των εντολών του κόμματος, όπως είχε αυτό καταντήσει στη Σοβιετική Ένωση στη διάρκεια της 40χρονης διακυβέρνησης του Ιωσήφ Στάλιν, η οποία, τουλάχιστον για το συνδικαλιστικό κίνημα, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «μαύρη» περίοδος.

Τον τελευταίο καιρό δηλαδή η θέση και ο ρόλος των συνδικάτων, τουλάχιστον σ' ορισμένες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες (Ουγγαρία, Πολωνία, Ε.Σ.Σ.Δ.), είναι σαφώς πιο ενισχυμένος.

Σήμερα τα συνδικάτα έχουν εξασφαλίσει ένα κοινωνικό ρόλο και μια περιορισμένη αυτονομία, κατοχυρωμένη μάλιστα με νόμους και αποφάσεις της Διοίκησης. Έχουν επίσης κατακτήσει ένα βαθμό συμμετοχής, όχι τόσο στην κατάρτιση κι επεξεργασία, όσο στην υλοποίηση των οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων.

Ο ρόλος όμως του συνδικαλιστικού κινήματος στις ανατολικοευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες θα παραμένει δευτερεύων και υποβοηθητικός εκείνου του Κόμματος όσο η κυρίαρχη ιδεολογικοπολιτική άποψη για το Συνδικάτο-Ιμάντα , επεξεργασμένη στις αρχές της δεύτερης δεκαετίες του αιώνα μας, εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχη. Πρόσφατες άλλωστε μελέτες τόσο για την κοινωνική (ταξική) σύνθεση των κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης όσο για το ρόλο και την κοινωνική σύνθεση των κοινωνικών υποκειμένων (κόμματα, συνδικάτα, άλλες κοινωνικές οργανώσεις) υποχρεώνουν τη θεωρία ν' ανασκευάσει και ν' αναθεωρήσει πολλές απόψεις που για δεκαετίες αποτελούσαν «θέσφατα» των κομματικών και κρατικών ηγεσιών.

1.4. Στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα το Συνδικαλιστικό Κίνημα διέρχεται μεγάλη και βαθιά κρίση, παρόλο που μερικοί, αυτοϊκανοποιούμενοι από τις συγκυριακές εντυπώσεις της «επαναστατικής τους γυμναστικής» και την επιτυχία κάποιων κινητοποιήσεων προσπαθούν μάταια να μας πείσουν για το αντίθετο. Η διαπίστωση αυτή αφορά βέβαια και τις δύο μορφές του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, τόσο δηλαδή το «επίσημο» συνδικαλιστικό κίνημα, («το συνδικαλισμό της Γ.Σ.Ε.Ε.», το «συνδικαλισμό του Κράτους») όσο και το «ανεπίσημο» συνδικαλιστικό κίνημα (το «συνδικαλισμό των κομμάτων», το «συνδικαλισμό της Αντιπολίτευσης της Γ.Σ.Ε.Ε.»).

Μιλώντας όμως για την κρίση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος δεν εννοούμε βέβαια την πρόσφατη διοικητική κρίση σε επίπεδο Γενικής Συνομοσπονδίας, που προκλήθηκε τον Οκτώβριο του 1985, με την επισημοποίηση της φιλομονεταριστικής πολιτικής του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η διοικητική αυτή κρίση είναι «εσωτερική» υπόθεση της κυβέρνησης και δεν αφορά το ελληνικό εργατικό κίνημα. Άλλωστε πότε άλλοτε στην 70 χρονη ιστορία του «επίσημου» (κυβερνητικού) συνδικαλιστικού κινήματος η ηγεσία της Γ.Σ.Ε.Ε. συμπεριφέρθηκε φιλεργατικά και ταξικά για να συμπεριφερθεί και τώρα; Ούτε βεβαίως θεωρούμε σαν αίτια της κρίσης, την πολυδιάσπαση, την έλλειψη ενότητας του συνδικαλιστικού κινήματος, την οικονομική εξάρτηση από το κράτος, το ταμείο των «εργατοπατέρων», τις απανωτές δικαστικές παρεμβάσεις, τις ανοικτές ή συγκαλυμμένες κυβερνητικές παρεμβάσεις, τις επεμβάσεις των ξένων στα εσωτερικά του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, και ό,τι άλλο οι διάφοροι θεωρητικοί του εργατικού κινήματος, κύρια ιστορικοί και ιστοριογράφοι, επιστρατεύουν για ν' αποδείξουν την έκταση και το βάθος της κρίσης του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Βέβαια όλα τα παραπάνω και άλλα πολλά καταδεικνύουν την κρίση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος. Δεν είναι όμως τα αίτια της κρίσης. Είναι οι συνέπειες της βαθιάς κρίσης που περνά το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, όλα τα πολιτικά κόμματα, οι θεσμοί του αστικού κράτους, οι εκφραστές του, οι αξίες του, η οικονομία, η κοινωνία στο σύνολο της.

Το να απαριθμείς ή να παραθέτεις τα σημαντικότερα συμβάντα που έλαβαν χώρα στην 70χρονη ιστορία της Γ.Σ.Ε.Ε. δεν σημαίνει αυτόματα ότι γράφεις την ιστορία τον ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος7. Αυτό αποτελεί ιστοριογραφία, την ιστοριογραφία της Γ.Σ.Ε.Ε. και κάτι περισσότερο: αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και παραποίηση της ιστορίας του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος. Γιατί η Γ.Σ.Ε.Ε., η ηγεσία της Γ.Σ.Ε.Ε., ουδέποτε ούτε αριθμητικά (στατιστικά) ούτε κοινωνικά (ταξικά) εκπροσώπησε το σύνολο τον εργατικού κινήματος, το σύνολο των εργαζόμενων. Υπήρξε ανέκαθεν εκείνο το τμήμα του οργανωμένου στα συνδικάτα εργατικού κινήματος που ενσωματώθηκε στο κράτος, που έγινε θεσμός του κράτους, που έγινε Κράτος. Γι ' αυτό διαπράττουν επιστημονικό και μεθοδολογικό σφάλμα όσοι μελετητές, μέσα από την ιστορία ή την ιστοριογραφία, γενική ή αναλυτική της ΓΣΕΕ καταλήγουν σε συμπεράσματα γενικά, για το σύνολο δηλαδή του ελληνικού εργατικού (συνδικαλιστικού) κινήματος.

Είναι πράγματι πολύ δύσκολο εγχείρημα να γράψει κάποιος για την ιστορία του συνδικαλιστικού μας κινήματος. Είναι πολύ δύσκολο να γράψει, να περιγράψει και να ερμηνεύσει την κρίση του. Είναι νομίζουμε το πιο δύσκολο να προτείνει μέσα και μεθόδους για το ξεπέρασμα της κρίσης του. Αν και σε τελική ανάλυση αυτό είναι δικαίωμα και καθήκον του ίδιου του εργατικού κινήματος.

2. Εργατικό Κίνημα - Συνδικαλιστικό Κίνημα

Τόσο στην επιστήμη όσο και στην πρακτική των κοινωνικών αγώνων επικρατεί μεγάλη σύγχυση σχετικά με την έννοια και το περιεχόμενο του εργατικού και του συνδικαλιστικού κινήματος8. Βεβαίως εδώ δεν αναφερόμαστε στη σύγχυση και την αδυναμία των επί μέρους επιστημονικών κλάδων (δικαίου, κοινωνιολογίας, πολιτικής επιστήμης) να προσδιορίσουν την έννοια και το περιεχόμενο του καθενός από τους δύο αυτούς όρους. Οι πιο πολλοί ταυτίζουν το εργατικό με το συνδικαλιστικό κίνημα. Άλλοι το διακρίνουν θεωρώντας τα σαν δύο εντελώς διαφορετικά, κατά την έννοια και το περιεχόμενο, κινήματα. Κατά τη γνώμη μας, όπως θα δείξουμε και παρακάτω, ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι σωστό.

Με τον όρο Εργατικό Κίνημα εννοούμε κάθε οργανωμένη δράση της εργατικής τάξης που είχε (έχει) για σκοπό την υπεράσπιση των κατακτήσεων της και τη βελτίωση της θέσης της. Η δράση αυτή στην 150χρονη ιστορία του Ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος αναπτύχθηκε κυρίως μέσα από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης: τα εργατικά συνδικάτα, τα πολιτικά κόμματα και τους συνεταιρισμούς. Αναπτύχθηκε επίσης και μέσα από άλλες οργανώσεις που βρίσκονταν κάτω από την άμεση ή έμμεση επιρροή των οργανώσεων της εργατικής τάξης (οργανώσεις νεολαίας, γυναικών, άλλα κοινωνικά κινήματα).

Το Εργατικό Κίνημα αντιπροσωπεύει ιστορικά το πιο σημαντικό από τα κοινωνικοπολιτικά κινήματα. Αυτό διακρίνεται από τ' άλλα κοινωνικοπολιτικά κινήματα:

α. κατά την κοινωνική σύνθεση της πλειοψηφίας των μελών του και

β. κατά τους στόχους του.

Υπερασπίζει και προωθεί τα κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της εργατικής τάξης. Σύμφωνα λοιπόν με την παραπάνω έννοια και περιεχόμενο το Εργατικό Κίνημα:

α. Είναι το κίνημα στο οποίο μετέχουν μόνο ή κατά πλειοψηφία μισθωτοί εργαζόμενοι ·

β. είναι κίνημα οργανωτικά και ιδεολογικά πολιτικά ανεξάρτητο (αυτόνομο) σε σχέση με τους εργοδότες, τις οργανώσεις που αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα της αστικής καπιταλιστικής τάξης και το αστικό (καπιταλιστικό) κράτος στο σύνολο τον

γ. έχει για σκοπό την υπεράσπιση των πραγματικών συμφερόντων των μισθωτών και τη βελτίωση της κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής τους θέσης·

δ. η συμμετοχή σ' αυτό είναι εθελοντική και

ε. δρα στα πλαίσια της ταξικής κοινωνίας, όπου εκτός από την εργατική τάξη υπάρχει κι άλλη ή άλλες τάξεις, άλλη ή άλλες πιο ισχυρές κοινωνικές ομάδες, που έχουν ξεχωριστά συμφέροντα, διαφορετικά από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Για τη μαρξιστική θεωρία,9 εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, για τον προσδιορισμό της έννοιας και της φύσης του Εργατικού Κινήματος, έχουν ειδικότερη σημασία και τα παρακάτω δύο στοιχεία:

α) Το Εργατικό Κίνημα γεννιέται και αναπτύσσεται στο έδαφος της ταξικής πάλης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία, τους εργοδότες και τους μισθωτούς εργάτες, την αστική τάξη και το προλεταριάτο. Αυτή πρέπει να είναι και η αφετηρία κάθε προσπάθειας γενικά για ουσιαστική και βαθιά προσέγγιση της έννοιας και της φύσης του Εργατικού Κινήματος. Η εργατική ταξική οργάνωση λοιπόν εμφανίζεται ταυτόχρονα σαν αποτέλεσμα αλλά και σαν μέσο και εργαλείο της ταξικής πάλης. Ακόμη παραπέρα η εμφάνιση των εργατικών κινημάτων σημαίνει την κρίσιμη εκείνη στιγμή στην ιστορική διαδικασία, κατά την οποία επισημοποιούνται οι ταξικοί αγώνες (ταξική πάλη). Πριν από την εμφάνιση του Εργατικού Κινήματος οι συγκρούσεις ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους εργάτες είχαν σποραδικό, αυθόρμητο, ανοργάνωτο, τοπικό και πολιτικά, σε μεγάλο βαθμό, ακαθόριστο χαρακτήρα. Το εργατικό κίνημα εμφανίσθηκε σε κείνη ακριβώς τη φάση ανάπτυξης της ταξικής πάλης, όταν το προλεταριάτο ήταν ικανό γι ' αντιπαράθεση, σε ανώτερο βαθμό ταξικής οργάνωσης και ταξικής συνειδητής κατεύθυνσης.

β. Η εμφάνιση και η ανάπτυξη των εργατικών κινημάτων άμεσα συνδέεται με τη διαδικασία της «ταξικής αφύπνισης» του προλεταριάτου. Η ιστορική διαδικασία της ιδεολογικής χειραφέτησης του προλεταριάτου, της απελευθέρωσης του δηλαδή από την κυρίαρχη επίδραση της αστικής αντίληψης για τον κόσμο υπήρξε πολύ σύνθετη και μακρόχρονη. Πέρασαν αρκετές δεκαετίες, σ' ορισμένες χώρες και αιώνες ακόμη, πριν τα μεγαλύτερα τμήματα της τάξης των μισθωτών εργατών φτάσουν στη γνώση για την κοινότητα των ταξικών τους συμφερόντων και την ιδιαιτερότητα τους από τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Ο μετασχηματισμός της τάξης των μισθωτών εργατών στο προλεταριάτο, η μετεξέλιξη των εργαζόμενων από «τάξη καθ' εαυτή», σε «τάξη για τον εαυτό της», πράγμα που σημαίνει την ουσία της διαδικασίας της «ταξικής αφύπνισης» των εργατών, συνοδεύτηκε από πολλές δυσκολίες και ήττες. Η μάζα των μισθωτών εργατών γίνεται προλεταριάτο, «τάξη για τον εαυτό της» όταν αρχίζει να συντελείται η «ταξική της αφύπνιση», όταν σημαντικά τμήματα της τάξης αυτής γίνουν «ταξικά συνειδητά».10 Η διαδικασία αυτή βέβαια συντελέσθηκε αφού η ευρωπαϊκή εργατική τάξη πέρασε από το σχολείο της σύγχρονης μεγάλης βιομηχανίας11.

Τι σημαίνει όμως και τι προϋποθέτει η διαδικασία της «ταξικής αφύπνισης» των μισθωτών εργατών; Ποιες είναι οι πιο βασικές διαστάσεις της ταξικής συνείδησης; Μπορούμε να πούμε ότι αυτή χαρακτηρίζεται από τα παρακάτω στοιχεία12:

α) τη γνώση ότι όλοι οι μισθωτοί εργάτες, ανεξάρτητα από ειδικότητα επάγγελμα και κλάδο οικονομίας, έχουν κοινά ή παρόμοια ταξικά συμφέροντα·

β) τη γνώση ότι τα συμφέροντα των εργατών βρίσκονται λίγο πολύ σε συνεχή αντίθεση (σύγκρουση) με τα συμφέροντα της τάξης των εργοδοτών και

γ) τη γνώση ότι τα συμφέροντα τους οι εργάτες μπορούν μ' επιτυχία να υπερασπισθούν και να ικανοποιήσουν μόνο με οργανωμένη πάλη με τους εργοδότες. Τα πιο πάνω στοιχεία αποτελούν τα βασικά στοιχεία της στοιχειώδους ταξικής συνείδησης.

Το ανώτερο στάδιο της ταξικής συνείδησης, εκτός από τα τρία παραπάνω στοιχεία, προϋποθέτει και τη γνώση (συνείδηση) ότι η υπάρχουσα κοινωνική δομή δεν είναι η καλύτερη ή η μοναδικά δυνατή: ou - είναι δυνατή και αναγκαία η δημιουργία άλλου τύπου κοινωνίας, κοινωνίας στην οποία δεν θα υπάρχει ταξική εκμετάλλευση, προνόμια και κυριαρχία.13

II

5Τα Εργατικά Σωματεία με τις διάφορες ονομασίες τους (εργατικές ενώσεις, επιτροπές δράσης, οργανώσεις αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης, σύλλογοι αμοιβαίας βοήθειας, ταμεία αντίστασης) που εμφανίσθηκαν στην Αγγλία, την πιο αναπτυγμένη χώρα του καπιταλισμού, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, είναι οι πρώτες ταξικές οργανώσεις του Ευρωπαϊκού (αγγλικού) προλεταριάτου. Για πρώτη φορά από το αυθόρμητο κίνημα των εργαστηρίων και των μικρών επιχειρήσεων ιδρύονται οι μαζικές οργανώσεις των εργατών κατά επιχείρηση, επάγγελμα και βιομηχανικό κλάδο. Το εργατικό σωματείο λοιπόν αποτέλεσε την πρώτη μορφή ταξικής οργάνωσης και δράσης της εργατικής τάξης. Υπήρξε η οργάνωση μέσα από την οποία και με την οποία ασκήθηκε αυτό που ο Κ. Μαρξ ονόμασε «αυτόνομη δραστηριότητα του προλεταριάτου», δηλαδή δραστηριότητα«ηθελημένη και πραγματοποιημένη από τους ίδιους τους εργάτες στο επίπεδο των πραγματικών τους συνθηκών ζωής και εργασίας, για τα άμεσα, όσο και για τα μελλοντικά και γενικά ταξικά τους συμφέροντα»*.

Το 1824 το αγγλικό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο με τον οποίο επιτράπηκε για πρώτη φορά η ίδρυση και δράση εργατικών ενώσεων (Trade Unions) κατά βιομηχανικούς κλάδους. Βέβαια εργατικές ενώσεις υπήρχαν και πριν το 1924 στην Αγγλία, μόνο που αυτές λειτουργούσαν παράνομα και μυστικά. Σύμφωνα με το νόμο αυτό του 1824 σκοποί15 των εργατικών ενώσεων ανάμεσα στους άλλους ήταν: α. να ρυθμίζουν το μεροκάματο μέσα από διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες· 6. να πετυχαίνουν αυξήσεις, όταν δινόταν η ευκαιρία, και να διατηρούν το μεροκάματο στο ίδιο ύψος για κάθε κατηγορία επαγγέλματος· γ. να βοηθάνε τους ανέργους να επιδώσουν.

Το εργατικό σωματείο υπήρξε λοιπόν η πρώτη ταξική οργάνωση του προλεταριάτου που ιδρύθηκε «σαν ασφαλιστική εταιρεία φτιαγμένη από τους εργάτες γι’ αυτούς τους ίδιους».16 Που είχε για στόχο να μπορέσουν οι εργάτες «να αντιμετωπίσουν σαν ίσοι τον καπιταλιστή όσον αφορά το πωλητήριο της εργασίας τους». Αυτή είναι για τον Κ. Μαρξ και η «λογική βάση» των συνδικάτων. Το συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης, δηλαδή η οργάνωση και δράση των εργαζομένων μέσα από τα εργατικά σωματεία είναι το πρώτο κίνημα της εργατικής τάξης όπου αυτή οργανώνεται και δρα σαν «τάξη για τον εαυτό της».

Ιστορικά17 λοιπόν το σωματείο (κατ' επέκταση ολόκληρο το συνδικαλιστικό κίνημα) είναι:

α. η πρώτη μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης (των μισθωτών). Στις περισσότερες χώρες εμφανίσθηκε πολύ πριν από τα πολιτικά κόμματα και τους συνεταιρισμούς. Όπως αποδείχθηκε, οι εργάτες πολύ πιο εύκολα και σύντομα κατακτούν το επίπεδο της ταξικής συνείδησης που αντιστοιχεί στα συνδικάτα. Η συμμετοχή στο πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης προϋποθέτει σαφώς ανώτερο επίπεδο ταξικής συνείδησης·

β. είναι η πιο άμεση μορφή εργατικής οργάνωσης. Πολλές φορές οι εργάτες κατέληγαν στο σωματείο με βάση μόνο την ταξική τους εμπειρία·

γ. είναι καθολική (παγκόσμια) μορφή εργατικής οργάνωσης. Τα συνδικάτα εμφανίζονται σ' όλες τις χώρες ανεξάρτητα από κοινωνικοοικονομικά συστήματα. Βέβαια, όπως θα δούμε, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για τη φύση και το ρόλο των συνδικάτων.

δ. είναι η πιο μαζική μορφή εργατικής οργάνωσης. Στα συνδικάτα έχει συγκεντρωθεί ασύγκριτα μεγαλύτερος αριθμός μισθωτών εργατών από ό,τι στις πολιτικές τους οργανώσεις.

ε. έχει για στόχο την προστασία και την προαγωγή των άμεσων, πριν απ' όλα οικονομικών, συμφερόντων των μελών τους αλλά και όλων των εργαζομένων.

3. θεωρίες για τα συνδικάτα

Ο Μαρξισμός για τα συνδικάτα. Άλλες απόψεις.

Ι

Σήμερα δεν υπάρχει ολοκληρωμένη θεωρία18 για τα Συνδικάτα. Ούτε επίσης υπάρχει μια κοινά αποδεκτή άποψη για τη φύση και το ρόλο τον συνδικάτου στη σύγχρονη οικονομία και κοινωνία. Βεβαίως δεν εννοούμε να ορίσουμε το Συνδικάτο νομικά, να πούμε δηλαδή πότε αυτό και κάτω από ποιες προϋποθέσεις αποκτά νομική προσωπικότητα, πότε μπορεί να δρα νόμιμα στα πλαίσια του συγκεκριμένου κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Νομικούς ορισμούς για τα Συνδικάτα, για το συνδικαλιστικό κίνημα γενικότερα, συναντάμε μ' αφθονία στους Αστικούς Κώδικες και τους Συνδικαλιστικούς Νόμους, καθώς επίσης και στα εγχειρίδια του Εργατικού και Συνδικαλιστικού Δικαίου. Εκεί μπορούμε να βρούμε δηλαδή: Τι θεωρεί και τι αναγνωρίζει το κυρίαρχο κοινωνικοοικονομικό σύστημα σαν συνδικαλιστική δράση· τι είδους συνδικαλισμός επιθυμεί ν' αναπτυχθεί στους κόλπους του· τι όρους και προϋποθέσεις θέτει το συγκεκριμένο κοινωνικό πολιτικό σύστημα προκειμένου η συνδικαλιστική δράση να μη στρέφεται εναντίον του, να μην εμποδίζει την ομαλή και αποδοτική για το κεφάλαιο λειτουργία του.

Το Συνδικαλιστικό Κίνημα δεν υπήρξε όμως ανέκαθεν «θεσμισμένο» κοινωνικοπολιτικό κίνημα. Το Συνδικάτο δεν υπήρξε ανέκαθεν ή δεν υπήρξε μόνο νομική κατηγορία, νομικός θεσμός, θεσμός τον Κράτους, όπως έχει μετεξελιχθεί αυτό σήμερα σ' όλα τα κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Σ' αυτή τη «μετεξέλιξη του» από κοινωνικοοικονομική οργάνωση ταξικής πάλης του προλεταριάτου σε σύγχρονο νομικό, αστικό (κρατικό) θεσμό, μάλιστα δευτερεύουσας σημασίας, θ' αναφερθούμε παρακάτω.

Κάθε προσπάθεια θεωρητικής προσέγγισης της φύσης και του ρόλου του σύγχρονου συνδικαλιστικού κινήματος, χωρίς προηγούμενη θεμελίωση στη μέχρι τώρα μαρξιστική σκέψη για το ζήτημα αυτό, αφ' ενός θ' αποτελούσε μεγάλη επιστημονική και μεθοδολογική παράλειψη, αφετέρου θα μας οδηγούσε σίγουρα σε λαθεμένα συμπεράσματα. Όμως παρόλο που δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη μαρξιστική αντίληψη για τα συνδικάτα, οι απόψεις των πιο σημαντικών μαρξιστών θεωρητικών μπορούν ν' αποτελέσουν τη θεωρητική βάση για μια έρευνα σ' έκταση και βάθος πάνω στη φύση και το ρόλο του σύγχρονου συνδικαλιστικού κινήματος.

II

Οι ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού δεν μας άφησαν μια συστηματική ανάλυση για τα συνδικάτα. Στα έργα τους όμως μπορούμε να δρούμε αρκετά στοιχεία19 που όλα τους μαζί μπορούν να μας δώσουν αυτό που ονομάζουμε «αντίληψη των Μαρξ - Ένγκελς για τα Συνδικάτα». Ο Φ. Ένγκελς έγραψε γι ' αυτά κυρίως στην «Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία» (1845). Ο Κ. Μαρξ τις απόψεις του για τα συνδικάτα διατύπωσε αρχικά στην «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» (1847) και αργότερα στο «Κεφάλαιο», στο «Μισθός Τιμή Κέρδος» (1865) καθώς και σ' άλλα του έργα.

Την οργάνωση των μισθωτών στις δικές του (εργατικές) ενώσεις ο Μαρξ ερμήνευσε σαν απάντηση (αντίσταση, άμυνα) των εργαζομένων απέναντι στην αυξανόμενη δύναμη του κεφαλαίου και τις αυθαιρεσίες των κατόχων του. Στην πάλη ανάμεσα στη μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο, την οποία χαρακτηρίζει «πραγματικό εμφύλιο πόλεμο», αυτός βρίσκει τα στοιχεία, που είναι απαραίτητα «για τη μάχη που έρχεται». Στη διαδικασία εμφάνισης των συνδικάτων, σαν πρώτης ιστορικά μορφής εργατικής οργάνωσης, ο Μαρξ διαπιστώνει τη διαδικασία της ταξικής αφύπνισης της εργατικής τάξης, της ανάδειξης της «σε τάξη για τον εαυτό της». Τη «λογική βάση» της ταξικής ένωσης την αναζητεί στα πραγματικά κοινωνικά συμφέροντα. Τα συμφέροντα, τα οποία οι ενωμένοι σε εργατικές οργανώσεις εργάτες υποστηρίζουν, γίνονται ταξικά συμφέροντα. Τα συμφέροντα αυτά είναι αντίθετα στα συμφέροντα της αστικής τάξης, της τάξης που κατέχει τα μέσα παραγωγής. Έτσι λοιπόν η βασική ταξική σύγκρουση στην κοινωνία εμφανίζεται σαν σύγκρουση των διαφορετικών συμφερόντων. Και η πάλη των συμφερόντων αυτών, ακριβέστερα η πάλη των φορέων της, της, μιας τάξης εναντίον της άλλης, είναι πάλη πολιτική. Αυτή είναι σε πολύ γενικές γραμμές, η ουσία της ανάλυσης του Μαρξ στη βάση της οποίας αυτός κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η φύση και ο χαρακτήρας της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων είναι βαθιά πολιτική. Δηλαδή ο Μαρξ αντελήφθη το συνδικάτο σαν ενεργό πολιτικό υποκείμενο για την αλλαγή των πραγματικών κοινωνικοπολιτικών σχέσεων της ταξικής κοινωνίας.

Για τον καθορισμό του ρόλου των συνδικάτων στο καπιταλιστικό σύστημα ίσως πιο σημαντική είναι η εκτίμηση την οποία διατύπωσε για τα συνδικάτα ο Μαρξ στην Εισήγηση του20 στη Σύνοδο τον Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών (Α ' Διεθνής) το 1865. Εκεί αναφέρει:

«Η εργατική τάξη δεν θα πρέπει να υπερβάλλει την τελική αποτελεσματικότητα των καθημερινών αγώνων. Δεν θα πρέπει να ξεχνά ότι παλεύει ενάντια στα αποτελέσματα κι όχι ενάντια στις αιτίες αυτών των αποτελεσμάτων, ότι καθυστερεί βέβαια την προς τα κάτω κίνηση, δεν αλλάζει όμως την κατεύθυνση της, ότι χρησιμοποιεί καταπραϋντικά φάρμακα, που όμως δεν γιατρεύουν την αρρώστια. Δεν θα πρέπει λοιπόν να κατατρίβεται αποκλειστικά σ' αυτόν τον αναπόφευκτο μικροπόλεμο, που ξεπηδά διαρκώς από τους ατέλειωτους σφετερισμούς του κεφαλαίου ή τις διακυμάνσεις στην αγορά, θα πρέπει η εργατική τάξη να καταλάβει ότι, μαζί μ' όλες τις αθλιότητες που της επιβάλλει το σημερινό σύστημα, εγκυμονεί ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους και τις κοινωνικές μορφές που είναι απαραίτητες για έναν οικονομικό μετασχηματισμό της κοινωνίας». Και αμέσως παρακάτω: «θα πρέπει η εργατική τάξη να καταλάβει ότι αντί για το συντηρητικό σύνθημα "ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα" θα πρέπει να γράψει στη σημαία της το επαναστατικό σύνθημα "κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας"».

Η κεντρική ιδέα του παραπάνω αποσπάσματος είναι πολύ σημαντική για τον καιρό που διατυπώθηκε, καθώς και για τη σύγχρονη θεωρία και πράξη του συνδικαλιστικού κινήματος. Η θέση ότι το συνδικάτο τη δράση του δεν πρέπει να την κατευθύνει μόνο ενάντια στις συνέπειες του υπάρχοντος συστήματος, αλλά και ενάντια στο ίδιο το σύστημα της μισθωτής εργασίας, στο σύνολο του, έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη στρατηγική και την τακτική του σύγχρονου συνδικαλιστικού κινήματος.

Στην αντίληψη του Μαρξ και του Ένγκελς για το συνδικαλιστικό κίνημα μπορούμε να διακρίνουμε δύο κυρίως φάσεις: Στην πρώτη, που διήρκεσε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του W του περασμένου αιώνα, και οι δύο τόνιζαν τον πολιτικό ρόλο των συνδικάτων. Σε σχέση με την οικονομική λειτουργία των συνδικάτων, αυτοί πίστευαν ότι είναι χρήσιμη, αλλά ότι τα συνδικάτα έχουν πολύ μικρές δυνατότητες να επιδρούν ουσιαστικά στη βελτίωση των πραγματικών μισθών.

Τούτο δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ και Ένγκελς ήταν αντίθετοι με την «προστατευτική λειτουργία» των συνδικάτων.

Στο τέλος της δεκαετίας του '60 τον περασμένου αιώνα η θέση τους άλλαξε ριζικά: την περίοδο αυτή στα έργα τους αρχίζουν να γίνονται πολύ επιφυλακτικοί και ως προς τις πολιτικές δυνατότητες των συνδικάτων. Όλο και περισσότερο άρχισαν να κάνουν λόγο για «συμβιβασμούς», «οπορτουνισμό», «ανίκανους ηγέτες», «Εργατική Αριστοκρατία»21. Σε πολλά σημεία υποστήριξαν ότι ιδιαίτερα στη Μ. Βρετανία όλο και περισσότερο είναι έντονη η διαδικασία της «αστικοποίησης της εργατικής τάξης».

Στο γνωστό γράμμα του22 προς τον Κ. Μαρξ στις 7.10.1858 ο Ένγκελς ανάμεσα στ' άλλα αναφέρει:

«... μπορούμε αληθινά να συμπεράνουμε ότι το αγγλικό εργατικό κίνημα κάτω από την παλιά χαρτιστική (σ.σ. «το κίνημα των χαρτιστών») παραδοσιακή του μορφή, θα πρέπει τελειωτικά να καταρρεύσει προτού να μπορέσει ν' ανελιχθεί προς μια νέα μακρόβια μορφή». Και αμέσως παρακάτω «... όλα εξηγούνται από το γεγονός ότι το αγγλικό προλεταριάτο αστοποιείται όλο και πιο πολύ κι ότι αυτό το έθνος, το πιο αστικό απ' όλα, θέλει λοιπόν, φαινομενικά να φτάσει να διαθέτει μιαν αστική αριστοκρατία κι ένα αστικό προλεταριάτο δίπλα στην αστική τάξη».

Στη φάση αυτή οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού δεν πίστευαν στις σοβαρές απελευθερωτικές δυνατότητες των συνδικάτων, αλλά πρόσφεραν πλήρη υποστήριξη στη δράση τους για τη βελτίωση της υλικής κατάστασης της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα υποστήριξαν το σχετικό (περιορισμένο) χαρακτήρα της αποτελεσματικότητας μιας τέτοιας δράσης. Ήδη στη γνωστή εισήγηση ενώπιον του Γενικού Συμβουλίου της Πρώτης Διεθνούς ο Μαρξ προειδοποιούσε ότι:

«Οι εργατικές ενώσεις αποτυχαίνουν μερικά στο σκοπό τους, όταν δεν κάνουν σωστή χρήση της δύναμης τους. Αποτυχαίνουν ολοκληρωτικά στο σκοπό τους όταν περιορίζονται σε μικροπόλεμο ενάντια στα αποτελέσματα του σημερινού συστήματος, αντί να προσπαθούν ταυτόχρονα να το αλλάξουν, αντί να χρησιμοποιούν τις οργανωμένες δυνάμεις τους σαν ένα μοχλό για την τελική απελευθέρωση της εργατικής τάξης, δηλαδή για την οριστική κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας»23.

Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι στην παραπάνω εξέλιξη των αντιλήψεων των Μαρξ και Ένγκελς για το συνδικαλιστικό κίνημα άμεσα επέδρασε και η ανάπτυξη και πορεία του βρετανικού εργατικού κινήματος. Από τα μέσα της δεκαετίας του '50 στους κόλπους του κινήματος αυτού αναπτύχθηκαν διαφορετικές απόψεις και συγκροτήθηκαν διάφορες «τάσεις» και «ρεύματα» σχετικά με το ρόλο και τα μέσα πάλης των εργατικών οργανώσεων.

III

Μετά το θάνατο του Μαρξ (1883) και Ένγκελς (1895) οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Εργατικού Κινήματος κατ' αρχήν αποδέχτηκαν σαν αφετηρία της δικής τους προβληματικής, πάνω στο ζήτημα των συνδικάτων, τη «χρονολογικά δεύτερη θέση» των Μαρξ Ένγκελς για τα συνδικάτα. Όλοι σχεδόν με τη σειρά τους αμφισβήτησαν τη θέση ότι το συνδικάτο μπορεί να δράσει αποτελεσματικά για το συμφέρον των μισθωτών στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Με την εμφάνιση και ενίσχυση των πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης στα τέλη του περασμένου αιώνα η αμφισβήτηση αυτή γενικεύθηκε. Όλοι σχεδόν υποστήριξαν τον πρωτεύοντα ρόλο τον πολιτικού κόμματος απέναντι στο συνδικάτο και ανέπτυξαν την άποψη για τη διάκριση (καταμερισμό) των ρόλων ανάμεσα στο πολιτικό κόμμα που δρα στην ανώτερη (πολιτική) σφαίρα και το συνδικάτο που δρα στην κατώτερη (οικονομική) σφαίρα. Τέλος όλοι υποστήριξαν ότι το συνδικάτο χωρίς την υποστήριξη του πολιτικού κόμματος δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί από τα γρανάζια της κυρίαρχης αστικής οικονομίας και ιδεολογίας.

Ειδικότερα: Για τον Λένιν (18701924) η εμφάνιση των συνδικάτων είναι το νομοτελειακό αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Σε πολλά έργα («Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», «Τι να κάνουμε», «Ένα βήμα εμπρός, δύο πίσω» κ.ά.) αφού αναλύει τους λόγους ύπαρξης του συνδικαλιστικού κινήματος, μας δίνει μια ολοκληρωμένη διδασκαλία για το «προλεταριακό κόμμα νέου τύπου». Γι αυτόν η εργατική τάξη μόνο με τη βοήθεια του μαρξιστικού κόμματος, που εισάγει τη σοσιαλιστική ιδεολογία στο κίνημα των μαζών, μπορεί να οικοδομήσει τη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία. Ο Λένιν ανέπτυξε και επιστημονικά τη θέση ότι η καθοδήγηση των συνδικάτων από το Κομμουνιστικό Κόμμα αποτελεί αντικειμενική ανάγκη.

Ο Λένιν στο Συνδικάτο είδε κυρίως την πρωταρχική μορφή ταξικής οργάνωσης των μισθωτών εργατών. «Τα συνδικάτα», έγραφε στην εργασία του «Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού» (1920), ήταν μια τεράστια πρόοδος της εργατικής τάξης στις αρχές ανάπτυξης του καπιταλισμού γιατί αποτέλεσαν το πέρασμα από τη διασπορά και την αδυναμία των εργατών στη εμβρυακή κατάσταση της ταξικής συνένωσης. Όταν άρχισε ν' αναπτύσσεται η ανώτατη μορφή ταξικής συνένωσης των προλετάριων, το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου, τα συνδικάτα άρχισαν να εκδηλώνουν αναπόφευκτα ορισμένα αντιδραστικά χαρακτηριστικά, κάποια συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση για αποφυγή της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κ.λπ.»24

Τούτο δεν σημαίνει ότι ο Λένιν ήταν εναντίον της συνδικαλιστικής δράσης. Αντίθετα αυτός υποστήριζε την ανάπτυξη των συνδικάτων, αλλά σταθερά τόνιζε την ανάγκη αυτά να συνδεθούν πιο πολύ με το επαναστατικό κόμμα. Γι αυτόν το Συνδικάτο δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση της ταξικής ενοποίησης γιατί ενώνει τους εργάτες στη βάση του επαγγέλματος και της οικονομίας. Αυτό είναι γι’ αυτόν βασική αρνητική πλευρά της δράσης των συνδικάτων. Στο βαθμό που αυτά θα δέχονταν την ιδεολογική καθοδήγηση του Κόμματος θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του Εργατικού Κινήματος.

Ο Αντόνιο Γκράμσι (18911937), θεωρητικός του ιταλικού εργατικού κινήματος κι ένα από τα φωτεινότερα μυαλά της νεώτερης πολιτικής σκέψης, συνέχισε τους προβληματισμούς των Μαρξ - Ένγκελς για το ρόλο των συνδικάτων στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας.

Για τον Αντόνιο Γκράμσι λοιπόν το Κόμμα είναι: «η ανώτερη ιεραρχία του ακαταμάχητου κινήματος των μαζών»25. Το Κόμμα Ηγεμόνας ασκεί την πιο αποτελεσματική δικτατορία, «τη Δικτατορία που γεννά το κύρος του, που πηγάζει από τη συνειδητή και αυθόρμητη αποδοχή μιας εξουσίας, που θεωρείται αναγκαία, για την επιτυχή έκβαση του τολμηρού του έργου».

Κεντρικός πυρήνας ολόκληρης της θεωρίας του Γκράμσι είναι ότι η ταξική πάλη δεν μπορεί να έχει άλλο στόχο για την εργατική τάξη από το να κατακτήσει την πολιτική εξουσία (το κράτος). Γι αυτόν, όπως και για τους «κλασικούς του μαρξισμού», μόνο η δικτατορία της εργατικής τάξης, μπορεί να καταργήσει το καθεστώς της καπιταλιστικής παραγωγής, την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής επειδή μόνο έτσι μπορεί να καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Σα μηχανισμούς θεσμούς με τους οποίους πραγματοποιείται η επαναστατική αυτή διαδικασία θεωρούσε το συνδικάτο, το εργοστασιακό συμβούλιο και κατ' εξοχήν το κόμμα.

Είναι όμως αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Γκράμσι δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τη συνδικαλιστική δράση. Το συνδικαλισμό θεωρούσε μια «αστική νομιμότητα», «τμήμα της καπιταλιστικής κοινωνίας» και δράση «σύμφυτη με το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας»Μ. Επιτέθηκε μάλιστα αυστηρά σ' όσους συνδικαλιστές πρόβαλλαν το σύνθημα της αυτονομίας των συνδικάτων, από το πολιτικό κόμμα.

Για τον Γκράμσι η συνδικαλιστική δράση αποκαλύπτεται «απόλυτα ανίκανη»27 να ξεπεράσει με την εξουσία της και τα μέσα της την καπιταλιστική κοινωνία και να οδηγήσει το προλεταριάτο στη χειραφέτηση του.

«Ο συνδικαλισμός - έγραφε - δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας και όχι ένα δυνητικό ξεπέρασμα αυτής της κοινωνίας. Ο συνδικαλισμός οργανώνει τους εργάτες, όχι σαν παραγωγούς αλλά σα μισθωτούς, δηλαδή σα δημιουργήματα του καπιταλιστικού καθεστώτος της ατομικής ιδιοκτησίας, σαν πωλητές του εμπορεύματος εργασία. Ο συνδικαλισμός συνενώνει τους εργάτες ανάλογα με τα εργαλεία της δουλειάς τους ή ανάλογα με το υλικό που κατεργάζονται, δηλαδή ο συνδικαλισμός συνενώνει τους εργάτες με βάση τη μορφή που τους δίνει το καπιταλιστικό καθεστώς, το καθεστώς του οικονομικού ατομικισμού».

Και συμπληρώνει παρακάτω ότι:

«το συνδικάτο... συμβάλλει στο να δυναμώσει η παρακάτω ψυχολογία, δηλαδή στο να τον απομακρύνει ολοένα και περισσότερο από τη δυνατότητα να κατανοήσει τον εαυτό του σαν παραγωγό και τον οδηγεί στο να θεωρεί τον εαυτό του ένα είδος "εμπορεύματος" μιας εθνικής και διεθνούς αγοράς, που με το παιχνίδι του ανταγωνισμού καθορίζει την τιμή και την αξία του»28.

Για τον Γκράμσι συνεπώς το συνδικάτο δεν έχει φύση «κομμουνιστική» αλλά «ανταγωνιστική».

Γι αυτό «δε μπορεί να είναι όργανο για μια ριζική ανανέωση της κοινωνίας». Αντίθετα γι’ αυτόν το εργοστασιακό (εργατικό) συμβούλιο, αποτελεί τον πυρήνα οργάνωσης της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό, καθώς και το μοντέλο του μελλοντικού προλεταριακού κράτους. Γι αυτό θεωρεί το συμβούλιο σαν «το πιο κατάλληλο όργανο για την αμοιβαία διαπαιδαγώγηση και την ανάπτυξη του νέου κοινωνικού πνεύματος».

IV

Οι παραπάνω απόψεις των Μαρξ Ένγκελς, όπως εξειδικεύθηκαν αργότερα από τους Λένιν, Γκράμσι, για το ρόλο των συνδικάτων έγιναν δεκτές κατ' αρχήν στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Σοσιαλισμού και Κομμουνιστικού κινήματος μέχρι σήμερα. Βεβαίως και άλλων θεωρητικών οι απόψεις (Λούξεμπουργκ, Μπουχάριν, Τρότσκι, Πάνεκουκ κ.ά) και νεώτερων (Μάντελ, Καστοριάδη, Ιγκράο, Γκορζ, Καρντέλί) επηρέασαν σημαντικά τη θεωρία και την πρακτική του Ευρωπαϊκού Εργατικού Κινήματος.

Η κυρίαρχη αντίληψη πάντως που επικράτησε από ης αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα στα πλαίσια του προοδευτικού εργατικού κινήματος (κομμουνιστικού, σοσιαλδημοκρατικού) είναι ότι το Συνδικάτο έχει δυο βασικές λειτουργίες: την οικονομική (υπεράσπιση των αμέσων οικονομικών και άλλων συμφερόντων των μισθωτών) και την πλατιά πολιτική.

Στην άσκηση της πρώτης λειτουργίας του η παραπάνω άποψη δέχεται ότι το συνδικάτο μπορεί να είναι σχετικά ανεξάρτητο από το πολιτικό κόμμα. Ο καθοδηγητικός ρόλος του κόμματος εδώ είναι λιγότερο σημαντικός. Κανένας όμως λόγος περί αυτονομίας του από το κόμμα.

Την πολιτική τους λειτουργία τα συνδικάτα, σύμφωνα πάντα με την παραπάνω άποψη, μπορούν να προωθούν μόνο μέσα από τη στενή σύνδεση με το πολιτικό κόμμα (κομμουνιστικό, σοσιαλδημοκρατικό). Στην ουσία τα συνδικάτα πρέπει να βοηθούν τα κόμματα αυτά στην υλοποίηση της πολιτικής τους.

Στην ιστορία του ευρωπαϊκού Εργατικού Κινήματος μια διαφορετική από την παραπάνω κυρίαρχη αντίληψη υποστήριξε ειλικρινά μόνο το λεγόμενο κίνημα του «Επαναστατικού Συνδικαλισμού»29. Ως γνωστόν η βασική άποψη του επαναστατικού συνδικαλισμού ήταν ότι ο βασικός ρόλος του Συνδικάτου είναι πολιτικός και ότι αυτό μόνο πρέπει να έχει καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία της κοινωνικής επανάστασης. Το κίνημα αυτό δεν υποστήριξε μόνο την πλήρη ανεξαρτησία του Συνδικάτου από το πολιτικό κόμμα, ακόμα και εκείνο της εργατικής τάξης, αλλά και ότι τα πολιτικά κόμματα σαν κατ' εξοχήν γραφειοκρατικοί μηχανισμοί έχουν σαν πολιτική το «συμβιβασμό» και τον «οπορτουνισμό» κι ότι δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να είναι υποκείμενα της κοινωνικής επανάστασης.

Η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή για το ρόλο των συνδικάτων ελαφρώς μόνο διαφοροποιείται στην πράξη από την παραπάνω άποψη της Γ' Διεθνούς που είναι κυρίαρχη, σε μεγάλο βαθμό, ακόμη σ' όλα σχεδόν τα κομμουνιστικά κινήματα της Ευρώπης. Και η άποψη αυτή αποδέχεται κατ' αρχήν τη διάκριση (καταμερισμό) των ρόλων ανάμεσα στο πολιτικό κόμμα και το συνδικάτο. Το πολιτικό κόμμα έχει πιο αποφασιστικό ρόλο στην πολιτική ενώ το συνδικάτο στη σφαίρα των οικονομικών (εργατικών) διεκδικήσεων. Και οι σοσιαλδημοκράτες πιστεύουν, όπως και οι κομμουνιστές, πως ανάμεσα στο κόμμα και το συνδικάτο πρέπει να υπάρχει «στενή συνεργασία». Φραστικά, αυτοί απορρίπτουν ότι το συνδικάτο πρέπει να είναι μεταδοτικός μηχανισμός (ιμάντας) του κόμματος. Στην πράξη όμως αυτό εφαρμόζουν. Η διαφορά τους από τους κομμουνιστές στο ζήτημα αυτό λοιπόν δεν είναι ουσιαστική αλλά φραστική, παρότι φαινομενικά στην ιστορία των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων δεν υπάρχει σταθερή κι ομοιόμορφη συμπεριφορά απέναντι στα συνδικάτα.

 

4. Το ζήτημα της αυτονομίας των συνδικάτων. Σχέση συνδικάτου κόμματος.

4.1. Η έννοια της αυτονομίας.

 

Το ζήτημα της αυτονομίας του Συνδικαλιστικού Κινήματος, του να οργανώνεται δηλαδή αυτό και να δρα ανεξάρτητα, σύμφωνα με τους δικούς του νόμους και προσανατολισμούς (οικονομικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς) τέθηκε αρκετές φορές και σε διάφορες ιστορικές συγκυρίες, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. Ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν τα πρώτα συνδικάτα άρχισαν να δημιουργούνται κατ' αρχήν στην Αγγλία και ύστερα στις άλλες χώρες, το ζήτημα της αυτόνομης λειτουργίας και δράσης των οικονομικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, σε σχέση με τις οργανώσεις των εργοδοτών (της αστικής τάξης) από τη μια μεριά και το κράτος από την άλλη, τέθηκε και άμεσα αντιμετωπίσθηκε: οι οικονομικές οργανώσεις της εργατικής τάξης (συνδικάτα) είναι οργανώσεις οργανωτικά, λειτουργικά και ιδεολογικοπολιτικά, δηλαδή καθολικά, ανεξάρτητες από τις οργανώσεις της αστικής τάξης, συμπεριλαμβανόμενου και του ίδιου αστικού κράτους.

Αργότερα με την εμφάνιση των πολιτικών οργανώσεων της εργατικής τάξης (πολιτικών κομμάτων) το ζήτημα της αυτονομίας των οικονομικών από τις πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, των συνδικάτων από τα πολιτικά κόμματα, επαναπασχόλησε τη θεωρία και την πρακτική του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. Έτσι από τις αρχές του αιώνα μας μέχρι σήμερα το ζήτημα της σχέσης του συνδικάτου με το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης ήταν και παραμένει ένα από τα πιο σοβαρά αλλά ταυτόχρονα και πιο «λεπτά» και «ακανθώδη» ζητήματα της θεωρίας και της πρακτικής τον εργατικού κινήματος.

Μελετώντας την ιστορία των κοινωνικών αγώνων στην Ευρώπη μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το ζήτημα της αυτονομίας των συνδικάτων από τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης, αναπτύχθηκε έντονα σε περιόδους σημαντικών διεργασιών στο εσωτερικό των ίδιων των εργατικών πολιτικών κομμάτων. Γιατί το ζήτημα αυτό τις περισσότερες φορές συνέπεσε με θεαματικούς ιδεολογικοπολιτικούς αναπροσανατολισμούς των εργατικών πολιτικών κομμάτων, με την άσκηση απ' αυτά συντηρητικής (ρεφορμιστικής) πολιτικής, ή τέλος με συγκρούσεις στην κορυφή των δύο οργανώσεων εκφράσεων του εργατικού κινήματος.

Ιδιαίτερα το ζήτημα της αυτονομίας των συνδικάτων αναπτύχθηκε στις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, σαν άμεση αντίδραση των πιο ριζοσπαστικών τμημάτων του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος απέναντι στους ιδεολογικοπολιτικούς αναπροσανατολισμούς και υποχωρήσεις, που συντελέσθηκαν στους κόλπους των κομμάτων της Δεύτερης αλλά και της Τρίτης Διεθνούς, καθώς επίσης και σαν άρνηση των τμημάτων αυτών να συνεργήσουν στη συντηρητική στροφή, που προσπάθησε να τους επιβάλλει η σοσιαλδημοκρατία, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση ή συνέπραξε, με συντηρητικά κόμματα, σε συμμαχικές κυβερνήσεις.

Την ίδια περίοδο αναπτύχθηκαν τα σημαντικότερα ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα κι έδρασαν τα σπουδαιότερα κινήματα, που πίστευαν και δρούσαν με στόχο την απόλυτη αυτονόμηση των συνδικάτων από τα πολιτικά κόμματα. Τα πιο σημαντικά κινήματα ήσαν: το Κίνημα του «Συνδικαλισμού»30 (Trade Unionism, στην κυριολεξία, «Το Συνδικαλίστικο Κίνημα» κατά το «Οικονομίστικα» κλπ.), το Κίνημα του «Βιομηχανικού Ουνιονισμού»31 (Industrial Unionism) , το Κίνημα του «Αναρχοσυνδικαλισμού»32 ή «Επαναστατικού Συνδικαλισμού» (Anarchosyndicalism) και ο «Γκιλντσοσιαλισμός33 ή Σοσιαλισμός των Συντεχνιών» (Guild Socialism) κ.ά.

Το «Συνδικαλίστικο Κίνημα» αναπτύχθηκε κύρια στη Γαλλία, Ιταλία και την Ισπανία. Στη Γαλλία το ρεύμα αυτό, στις αρχές του αιώνα μας, κατόρθωσε να εξασφαλίσει απόλυτο έλεγχο στη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας. Δική του πρωτοβουλία και νίκη υπήρξε η έκδοση του γνωστού Χάρτη της Αμιένης, (Βλέπε για κείμενο: «Η Συνδικαλιστική Ελευθερία. Διεθνές Γραφείον Εργασίας». Μετάφρασις Ανδρέα Κυριακόπουλου, Αθήναι, 1965, σελ. 108109), που υιοθετήθηκε στο Συνέδριό της Γενικής Συνομποσπονδίας Εργασίας της Γαλλίας στην Αμιένη το 1906, και τάσσεται υπέρ της απόλυτης ανεξαρτησίας του συνδικαλιστικού κινήματος.

Στη Μ. Βρετανία το κίνημα αυτό εμφανίζεται πριν την έναρξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Είχε σαφώς πιο διαλλακτική θέση απέναντι στο πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης. Στην Ισπανία και την Ιταλία το κίνημα αυτό έδρασε κάτω από την επιρροή του Αναρχισμού. Στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε κάτω από την άμεση επίδραση του γαλλικού συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά στην ιστορία του βορειοαμερικάνικου εργατικού κινήματος αναφέρεται σαν ξεχωριστό κίνημα με την ονομασία Βιομηχανικός Ουνιονισμός (INDUSTRIAL UNIONISM). Οι πιο γνωστοί εκπρόσωποι τον κινήματος αυτού ήσαν οι: Ζ. Σορέλ, Αρθ. Λαμπριόλα, Εντμ. Μπερθ, Πωλ Λουί, Τ. Μαν, κ.ά.

Το κοινό γνώρισμα των ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων και κινημάτων αυτών ήταν ότι απέρριπταν την αναγκαιότητα της πολιτικής πάλης, τον καθοδηγητικό ρόλο των πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Επίσης πίστευαν ότι, επειδή η λειτουργία και δράση των εργατικών πολιτικών κομμάτων αναπότρεπτα οδηγεί στον ταξικό συμβιβασμό (συνεργασία) και στην άμβλυνση της ταξικής αντιπαλότητας (διάθεσης, συνείδησης), πρέπει η εργατική τάξη αποκλειστικά να προσανατολιστεί στο συνδικάτο, σαν όργανο ταξικής πάλης. Γι αυτό θεωρούσαν το συνδικάτο ως τη βάση (κύτταρο), ολόκληρης της σημερινής και μελλοντικής κοινωνικής δομής.

Όλα τα παραπάνω κινήματα αλλά και άλλα, λιγότερο σημαντικά, που έδρασαν αμέσως μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο δεν διαδραμάτισαν όπως ήταν φυσικό κανένα σημαντικό ρόλο στη δράση του εργατικού κινήματος και σύντομα περιθωριοποιήθηκαν ή εξαφανίστηκαν.

4.2. Ο μαρξισμός για την αυτονομία των συνδικάτων.

Στα πλαίσια της επαναστατικής θεωρίας και κοινωνικής πρακτικής ζήτημα αυτονομίας των συνδικάτων από τα εργατικά πολιτικά κόμματα ούτε υπήρξε ούτε ποτέ αναπτύχθηκε σοβαρά. Για το μαρξισμό και των τεσσάρων Διεθνών ζήτημα αυτονομίας του συνδικαλιστικού κινήματος δεν υπάρχει. Το αίτημα για αυτονόμηση του συνδικάτου από το εργατικό πολιτικό κόμμα το θεωρεί αίτημα «τεχνητό». Γι αυτόν πρωταρχική σημασία έχει το ζήτημα της αυτονομίας των οικονομικών και πολιτικών οργανώσεων του προλεταριάτου «μια και η χειραφέτηση της εργατικής τάξης είναι δική της υπόθεση»34. Η αυτόνομη συνεπώς δράση του προλεταριάτου είναι αυτή «που πρέπει να περιφρουρηθεί μ' οποιοδήποτε τίμημα»35.

Τόσο οι κλασικοί τον μαρξισμού (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν), όσο και οι άλλοι θεωρητικοί του εργατικού κινήματος (Γκράμσι, Λούξεμπουργκ, Τρότσκι, Μπουχάριν, κ.ά.), απέρριψαν την εκδοχή της αυτόνομης λειτουργίας και δράσης του συνδικάτου και ξεκαθάρισαν τη σχέση του απέναντι στο πολιτικό κόμμα. Ενώ απέρριψαν την αυτονομία του, αυτοί τάχθηκαν υπέρ της αυτοτέλειας του, δηλαδή υπέρ του να μπορεί τούτο να οργανώνεται και να δρα στα πλαίσια των μερικότερων στόχων, που έχει θέσει για την εξυπηρέτηση κύρια των οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων. Ειδικότερα: για τους Μαρξ και Ένγκελς, όπως αναπτύξαμε και στο πρώτο μέρος του άρθρου, το συνδικάτο είναι η κοινωνικοοικονομική οργάνωση της εργατικής τάξης για καλύτερο μεροκάματο. Το εργατικό κόμμα είναι γι’ αυτούς η οργάνωση που μοναδικά μπορεί να ενώνει την εργατική τάξη σαν τάξη, με σκοπό να πάρει την εξουσία, κάτι που δεν μπορεί να κάνει το συνδικάτο. Τα συνδικάτα δε χτυπούν το σύστημα της μισθωτής εργασίας, κάτι που μπορεί να κάνει μόνο το κόμμα.

Είναι αναμφισβήτητο λοιπόν ότι ο Μαρξ και Ένγκελς δίνανε πρωταρχική σημασία στην πάλη για την πολιτική εξουσία. Την πάλη αυτή η εργατική τάξη μπορεί αποτελεσματικά να διεξάγει μόνο όταν είναι οργανωμένη σε πολιτικό («προλεταριακό») κόμμα. Κατά συνέπεια «δεν υπάρχει πραγματική χειραφέτηση για την εργατική τάξη, όσο δεν έχει στην κατοχή της, όλα τα μέσα εργασίας - γη, πρώτες ύλες, μηχανές, κλπ. - και συνεπώς την κατοχή του προϊόντος της εργασίας της»36.

Για τον Λένιν η εργατική τάξη μόνο με τη βοήθεια του μαρξιστικού κόμματος, που εισάγει τη σοσιαλιστική ιδεολογία στο κίνημα των μαζών, μπορεί να οικοδομήσει τη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία. Γι αυτόν η καθοδήγηση των συνδικάτων από το Κομμουνιστικό Κόμμα αποτελεί αντικειμενική ανάγκη. Τα συνδικάτα μόνο κάτω και μέσα από την ιδεολογική και πολιτική καθοδήγηση του Κόμματος θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του Εργατικού Κινήματος. Τέλος, ο Λένιν επιτέθηκε σ' όσους υπεστήριξαν την «ουδετερότητα»37 των συνδικάτων.

Για τον Αντόνιο Γκράμσι το κόμμα είναι «η ανώτερη ιεραρχία του ακαταμάχητου κινήματος των μαζών». Κεντρικός πυρήνας ολόκληρης της θεωρίας του Γκράμσι είναι ότι η ταξική πάλη δεν μπορεί να έχει άλλο στόχο για την εργατική τάξη από το να κατακτήσει την πολιτική εξουσία (το κράτος). Επιτέθηκε μάλιστα αυστηρά σ' όσους συνδικαλιστές πρόβαλλαν το σύνθημα της αυτονομίας των συνδικάτων από το πολιτικό κόμμα. Γι αυτόν η συνδικαλιστική δράση αποκαλύπτεται «απόλυτα ανίκανη» να ξεπεράσει με την εξουσία της και τα μέσα της την καπιταλιστική κοινωνία και να οδηγήσει το προλεταριάτο στη χειραφέτηση του.

Και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του εργατικού κινήματος, ασχολήθηκε σοβαρά με το ζήτημα της φύσης και του ρόλου των συνδικάτων. Το αίτημα για την πλήρη αυτονομία των δύο οργανωτικών εκφράσεων του εργατικού .κινήματος, του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και του συνδικάτου το χαρακτήρισε σαν «ψεύτικη πραγματικότητα». Ο διαχωρισμός αυτός ανάμεσα στον πολιτικό και τον οικονομικό αγώνα της εργατικής τάξης, όπως υποστήριξε, δεν είναι παρά «ένα τεχνητό, αν και ιστορικά εξαρτημένο, προϊόν της κοινοβουλευτικής περιόδου»39.

Για την Λούξεμπουργκ δεν υπάρχουν δύο διαφορετικοί ταξικοί αγώνες της εργατικής τάξης, ένας οικονομικός και ένας πολιτικός, αλλά μόνο ένας, ενιαίος ταξικός αγώνας. Αντίθετα υπάρχουν δύο στάδια του αγώνα χειραφέτησης της εργατικής τάξης .

Για την Ρόζα Λούξεμπουργκ, λοιπόν, η σχέση συνδικάτου και πολιτικού κόμματος είναι σχέση, «μέρους προς το σύνολο». Ο δε χωρισμός συνδικάτου από το κόμμα σημαίνει «αυτοκτονία»41.

Τέλος, σε σχέση με το ζήτημα της «ουδετερότητας» των συνδικάτων η Λούξεμπουργκ υποστήριξε ότι δεν μπορεί μια οργάνωση της εργατικής τάξης να διατηρεί χαρακτήρα ουδετερότητας42.

Για τον Λέοντα Τρότσκι «ανεξάρτητα συνδικάτα δεν υπάρχουν πουθενά. Δεν έχουν ποτέ υπάρξει. Και η πείρα και η θεωρία λένε ότι δεν θα υπάρξουν ποτέ»43. Για τον Τρότσκι η αυτονομία των συνδικάτων είναι ξένη με τις ιδέες και τα αισθήματα του προλεταριάτου σαν τάξης. Γι αυτό «το προλεταριάτο δε χρειάζεται την Αυτονομία των Συνδικάτων, αλλά μια σωστή ηγεσία»44.

4.3. Αυτονομία των συνδικάτων: αίτημα χωρίς πρακτική σημασία.

Απ' όσα παραπάνω αναπτύξαμε άμεσα συνάγεται ότι στα πλαίσια της επαναστατικής θεωρίας και πράξης ζήτημα αυτονομίας των συνδικάτων από τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης ποτέ δεν τέθηκε σοβαρά. Για το μαρξισμό προτεραιότητα ανέκαθεν είχε η πολιτική (γενική) πάλη της εργατικής τάξης, η μόνη που μπορούσε να οδηγήσει στην κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας και παραπέρα στην απελευθέρωση του ανθρώπου από την εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση.

Μήπως η κατάσταση άλλαξε στις μέρες μας; Μήπως στα πλαίσια των νέων κοινωνικοοικονομικών δεδομένων επιβάλλεται να τεθεί το ζήτημα από την αρχή και σε νέα βάση; Ή διαφορετικά: Έχει γενικά πρακτική σημασία σήμερα το αίτημα που προβάλλεται από ορισμένες (τον τελευταίο καιρό πράγματι από ελάχιστες) συνδικαλιστικές παρατάξεις για αυτονόμηση των συνδικάτων από τα πολιτικά κόμματα; Ακόμη πιο ειδικά: είναι το ζητούμενο σήμερα άραγε η επεξεργασία μιας θεωρίας για την αυτονομία τον συνδικαλιστικού κινήματος; Είναι το ζητούμενο στη σημερινή συγκυρία (εθνική διεθνική) μια νέα κοινωνική πρακτική αυτονόμησης τον συνδικαλιστικού κινήματος απ' τα πολιτικά κόμματα; Συμφέρει την εργατική τάξη, στις σημερινές συνθήκες ανάπτυξης του «τεχνολογικού καπιταλισμού», που έχει εξασφαλίσει ξεκάθαρο προβάδισμα απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας, να θέτει το ζήτημα της αυτονομίας της από το πολιτικό κόμμα; Μπορεί το συνδικάτο να αποκτήσει αυτόνομο πολιτικό λόγο υποκαθιστώντας το πολιτικό κόμμα στον αγώνα για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και μελλοντικά για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού; Μπορεί το συνδικάτο από τη φύση και τη θέση του να θέσει γενικά ζήτημα πολιτικής εξουσίας και στρατηγικής μετασχηματισμού της κοινωνίας Εντελώς εισαγωγικά μπορούμε μόνο να πούμε ότι: αν ο στόχος της εργατικής τάξης είναι και παραμένει η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και στη συνέχεια η οικοδόμηση του σοσιαλισμού με κοινωνικοποίηση (της πολιτικής εξουσίας και της ιδιοκτησίας) και αυτοδιαχείριση, τότε το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι η αυτονομία του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο ικανό να φέρει σε πέρας τον αγώνα αυτό. Το ζητούμενο συνεπώς είναι μια εναλλακτική πολιτική («ηγεμονική»), καθοδήγηση της εργατικής τάξης. Αλλά επ' αυτού θα επανέλθουμε πιο κάτω.

Έτσι η συζήτηση για την αυτονομία του οικονομικού (συνδικαλιστικού) από το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης ξαναφέρνει αναγκαστικά στην επικαιρότητα το ζήτημα της φύσης, του ρόλου και της λειτουργίας των παραδοσιακών οργανώσεων της εργατικής τάξης. Ή διαφορετικά: δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την αναγκαιότητα και το βαθμό της αυτονομίας των συνδικάτων από τα πολιτικά κόμματα, αν προηγούμενα δεν δούμε ποια είναι πραγματικά η κατάσταση που επικρατεί σήμερα μέσα στα ίδια τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα της Αριστεράς. Ποια είναι η φύση και ο πραγματικός ρόλος τους σήμερα. Αν δηλαδή δεν εξετάσουμε πριν τίνος συνδικάτου ζητάμε σε τελική ανάλυση την αυτονομία και τίνος πολιτικού κόμματος απαιτούμε τη μη παρέμβαση ή μη επέμβαση στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των συνδικάτων.

Αποτελεί κοινή διαπίστωση λοιπόν, όλων όσων ασχολούνται με τη μελέτη των σύγχρονων πολιτικών φαινομένων, ότι οι παραδοσιακές οργανώσεις της εργατικής τάξης βρίσκονται σε βαθιά κρίση. Όπως και εισαγωγικά είχαμε παρατηρήσει η κρίση αυτή είναι και μεγάλη και βαθιά. Δεν έχει να κάνει δηλαδή μόνο με ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των οργανώσεων αυτών. Ούτε βέβαια είναι συγκυριακή η αδυναμία τους να παρέμβουν για να προστατεύσουν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των εργαζομένων. Διέρχονται κρίση ταυτότητας και θεωρίας, τακτικής και στρατηγικής. Κρίση καθολική.

4.4. Αυτονομία με ποιο συνδικάτο και ποιο πολιτικό κόμμα; Ο εκφυλισμός και η γραφειοκρατικοποίηση του παραδοσιακού εργατικού κινήματος.

Πραγματικά, εκτιμώντας αντικειμενικά την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα στην Ευρώπη, διαπιστώνουμε ότι τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα της Αριστεράς δεν διαδραματίζουν κανένα απολύτως ουσιαστικό ρόλο σε ζητήματα οικονομίας και κοινωνικής πολιτικής. Αδυνατούν γενικά να παρέμβουν για να προστατεύσουν κεκτημένα δικαιώματα κι ελευθερίες ή να προωθήσουν νέες διεκδικήσεις και αιτήματα. Βρίσκονται σε συνεχή υποχώρηση. Μπαίνουν ολοένα και περισσότερο στο περιθώριο. Η όλο και μεγαλύτερη αυτή αδυναμία του παραδοσιακού εργατικού κινήματος να παρέμβει υπέρ των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, της κοινωνίας γενικά, οφείλεται βέβαια πρώτα και κύρια σε λόγους που αφορούν τις ιδέες, τις οργανώσεις της Αριστεράς. Οφείλεται όμως και σε λόγους που έχουν να κάνουν με το ίδιο το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, στα πλαίσια του οποίου οργανώνονται και δρουν οι παραπάνω οργανώσεις. Οι λόγοι αυτοί δηλαδή αφορούν τη φύση, τη λειτουργία και την «αφομοιωτική» δύναμη του ίδιου του «κρατικομονοπωλιακού» καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού γενικότερα.

Είναι αναμφισβήτητη αλήθεια πια ότι ο υπερεθνικός καπιταλισμός ολοένα και περισσότερο ενισχύει τη θέση του και τις μορφές της κυριαρχίας του. Σ' αυτό δεν χωράει καμιά αμφιβολία. Και τούτο ανεξάρτητα από ορισμένες «λειτουργικές» αδυναμίες ή επιμέρους κρίσεις, γενικής ή τοπικής σημασίας, μεγάλης ή μικρής χρονικής έκτασης, που εκδηλώνονται στα πλαίσια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Έτσι, με μια πρώτη ματιά ένας σοβαρός κι αντικειμενικός μελετητής της σημερινής κατάστασης εύκολα μπορεί να φτάσει στο συμπέρασμα ότι το «παιχνίδι είναι ήδη χαμένο», ότι «ο αγώνας είναι μάταιος» ή ότι «η πλήρης καθυπόταξη των εργαζομένων και ανέργων μαζών στο υπερεθνικό κεφάλαιο είναι πια ζήτημα χρόνου».

Άσχετα από τις παραπάνω απαισιόδοξες, όχι όμως και εξωπραγματικές διαπιστώσεις, αυτό που είναι αναμφισβήτητο είναι ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός σίγουρα δεν ζουν σήμερα την «επιθανάτια αγωνία τους», όπως είχε διαγνώσει και διακηρύξει η Ευρωπαϊκή Αριστερά πριν και αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Χωρίς αμφιβολία η τεχνολογική επανάσταση υπήρξε, πριν μερικά χρόνια, ο νέος μεγάλος και μοναδικός δρόμος (μονόδρομος) στον οποίο ο υπερεθνικός καπιταλισμός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του για μια νέα, πιο αποτελεσματική, παγκόσμια συσσώρευση. Οι παραγωγικές επενδύσεις με την κλασική τους έννοια και την «ισομερή» δράση των συντελεστών της παραγωγής έχουν τερματίσει σχεδόν το δρόμο τους. Η ταχύτητα στην έρευνα, προς την κατεύθυνση της ανεύρεσης νέων παραγωγικών πηγών, η αξιοποίηση των «ρωγμών» του διεθνούς εμπορίου και η δημιουργία κρίσεων στην παγκόσμια αγορά, ο ανταγωνισμός κι η κλιμάκωση των εξοπλισμών σαν μέσο, όλο και πιο αποτελεσματικής επιβολής χρηματοπιστωτικών και νομισματικών κανόνων, υπήρξαν τα σύγχρονα πεδία δράσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Η επιστημονική και τεχνολογική γνώση του ανθρώπου, συσσωρευμένη προσπάθεια πολλών γενεών με την εκμετάλλευση της εργατικής διανοητικής δύναμης, δεν αποτελεί μέσο απελευθέρωσης και ευημερίας του ανθρώπου - όπως σε μια κοινωνία που χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, με την ελάχιστη δυνατή (αναγκαία) εργασία επιτυγχάνεται το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα - γιατί αποτελεί την πρόταση του κεφαλαίου για αύξηση της παραγωγικότητας και συσσώρευση και γιατί η εργατική τάξη βρίσκεται απροετοίμαστη ν' αντιμετωπίσει τη νέα πρόκληση.

Ακόμη και στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπου τουλάχιστον κατ' όνομα η εργατική τάξη κυριαρχεί με τη δημιουργία του «παλλαϊκού» κράτους, αρχίζει ν' αναπτύσσεται ισχυρό κύμα αναζήτησης νέων τεχνολογικών μεθόδων και αναδιοργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας από τις προηγμένες τεχνολογικά χώρες της Δύσης. Χωρίς τούτο να θεωρηθεί κατακριτέα από της σκοπιά της «σοσιαλιστικής ορθοδοξίας» πράξη, στα πλαίσια του «χωρίς σύνορα» διεθνούς εμπορίου ή χωρίς να αναζητηθούν οπωσδήποτε αρνητικές συνέπειες και επιπτώσεις για τη θέση του εργαζόμενου λαού, ανάλογες των δυτικών χωρών, δεν μπορεί ο μελετητής να μην σημειώσει ότι οι συναλλαγές αυτές με τις πολυεθνικές εταιρίες προηγμένης τεχνολογίας και οι μαζικές παραγγελίες σύγχρονου τεχνολογικού υλικού και KNOW HOW κάβε άλλο παρά συντελούν στη μείωση της δράσης και της επέκτασης (κυριαρχίας) του πολυεθνικού κεφαλαίου.

Όπως καταλαβαίνει κανείς βρισκόμαστε στην έναρξη μιας περιόδου που θα φέρει κοσμογονία στον χώρο της εργασίας. Αλλαγές ποιοτικού χαρακτήρα συντελούνται στα μέσα εργασίας (τεχνική) και στην τεχνολογία, με κυρίαρχο στοιχείο την πλήρη αυτοματοποίηση, που στηρίζεται στην κυβερνητική και την πληροφορική. Το κομπιούτερ γίνεται η πρώτη παραγωγική δύναμη, με συνέπεια να περιορισθεί ακόμη πιο πολύ η συμβολή της ανθρώπινης εργατικής δύναμης στην ανάπτυξη. Αυξάνει το ειδικό βάρος της διανόησης στην παραγωγή και την οργάνωση διεύθυνση της εργασίας σ' όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Κύριο χαρακτηριστικό όλης της διαδικασίας είναι η υποκατάσταση της εργατικής δύναμης με την αυτοματοποίηση και την κατάργηση όχι μόνο χειρωνακτικών, αλλά, για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση, και διανοητικών λειτουργιών. Γι αυτό και η ανεργία, είτε σαν «δομική», είτε σαν «διαρθρωτική» συνέπεια αυτής της εξέλιξης, όλο και θα μεγαλώνει.

Έτσι, κι ενώ ορισμένες κυβερνήσεις προωθούν συγκεκριμένα προγράμματα νέας τεχνολογίας, που αναφέρονται σ' όλο το φάσμα των τεχνολογικών μεταβολών (αυτοματοποίηση που στηρίζεται στην κυβερνητική, ηλεκτρονική τεχνολογία, πληροφορικήτηλεματική, ρομποτική βιοτεχνολογία) που θα δημιουργήσουν σίγουρα χιλιάδες άνεργους, το εργατικό κίνημα χωρίς λόγο, χωρίς προτάσεις, άμαζο «απονευρωμένο», ενσωματωμένο, θεσμισμένο, παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις. Είναι κι αυτό επιτυχία του υπερεθνικού καπιταλισμού, που κατάφερε να περιθωριοποιήσει το εργατικό κίνημα, να το αποδυναμώσει και να το αποκλείσει από τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις. Γι ' αυτό η «επιστημονικοτεχνική επανάσταση» περικλείει μέσα της και τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής υποταγής της εργατικής τάξης, αφού πλην των εγγενών αδυναμιών της, η νέα επαναστατική ανακατανομή του ρόλου των παραγωγικών δυνάμεων, δεν είναι αποτέλεσμα δικής της δράσης, αλλά της επινοητικότητας τον ταξικού αντιπάλου για τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση του κεφαλαίου και τον έλεγχο της.

4.5. Κρίση του κινήματος ή της ηγεσίας του;

Μπροστά λοιπόν σε μια τέτοια δυσμενή διεθνή συγκυρία, όπου ο υπερεθνικός καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός βρίσκονται σε σαφώς πιο ενισχυμένη, σχεδόν κυρίαρχη, σχέση απέναντι στον κόσμο της εργασίας (μισθωτοί, άνεργοι, συνταξιούχοι, οικοκυρές, κ.ά.) και όπου και οι πιο απαισιόδοξοι (ίσως πιο αντικειμενικοί;) σύγχρονοι αναλυτές μας διαβεβαιώνουν ότι «οριστικά και αμετάκλητα» δεν υπάρχει διέξοδος για την Εργασία, η δυνατότητα κατάρτισης και προώθησης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, υπερβατικής (ή ανατρεπτικής) του κυρίαρχου (καπιταλιστικού) συστήματος αφάνταστα μειώνεται, σχεδόν μηδενίζεται, από την κατάσταση που επικρατεί στα ίδια τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα της Αριστεράς. Γιατί τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα της Αριστεράς έχουν πάψει, από καιρό τώρα, να εκφράζουν και να υπηρετούν τα συμφέροντα των εργαζομένων. Συνειδητά ή ασυνείδητα εκφράζουν το κυρίαρχο σύστημα, υπηρετούν το κυρίαρχο σύστημα, έχουν μετατραπεί σ' ένα θεσμό τμήμα του συστήματος. Γι ' αυτό ίσως πρέπει κάποτε να πάψουμε να μιλάμε για κρίση της Αριστεράς και να μιλάμε για οριστικό εκφυλισμό της Αριστεράς, για αμετάκλητη και αθεράπευτη παραμόρφωση της, για μη Αριστερά.

Πραγματικά, είναι καιρός που στην Ευρώπη έχει αρχίσει να γίνεται και ανοικτά πια λόγος για βαθιά κρίση των οργανώσεων της Αριστεράς (πολιτικών κομμάτων, συνδικάτων, συνεταιρισμών, κ.ά.). Η συζήτηση αυτή, και μάλιστα έντονη, έχει περάσει και μέσα στις οργανώσεις της Αριστεράς. Είναι καιρός δε που πρόσφατες αναλύσεις εντοπίζουν τα αίτια της κρίσης των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων στα ανώτερα, ηγετικά, κλιμάκια των οργανώσεων αυτών. Στη συμπεριφορά των ηγεσιών τους, στο ήθος τους, τις συνήθειες τους, κλπ. Είναι αλήθεια πως, όσοι ασχολούνται στον καιρό μας με ζητήματα «παθολογίας» των οργανώσεων του εργατικού κινήματος, εύκολα διαπιστώνουν «συμπεριφορές», «λογικές» και «διαδικασίες» που δεν έχουν σχέση ούτε με τον σοσιαλισμό, αλλά ούτε και με την αστική (πολιτική) δημοκρατία. Πολλά από τα λεγόμενα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα της Αριστεράς (ευρωκομμουνιστικής ή μη, σοσιαλδημοκρατικής ή μη) έχουν εισάγει στο εσωτερικό τους μεθόδους, λειτουργίες και ήθος που δεν έχουν καμιά σχέση με τα οράματα και τις επιθυμίες του εργατικού κινήματος. Ο αυταρχισμός, ο χαφιεδισμός, η αναξιοκρατία, ο νεποτισμός είναι πάγιες, «κατακτημένες» πια μέθοδες σ' όλες σχεδόν τις οργανώσεις της Αριστεράς. Επίσης ο παραγκωνισμός κάθε αντίθετης άποψης και φωνής είναι η πιο προσφιλής συμπεριφορά και τακτική των ηγεσιών τους.

Εκτιμώντας λοιπόν την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στις λεγόμενες οργανώσεις της Αριστεράς στην Ευρώπη, διαπιστώνουμε ότι κάθε άλλο παρά αυτές αποτελούν την επαναστατική εναλλακτική πολιτική δύναμη που θα υπερβεί το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα και θα ελευθερώσει την κοινωνία από την εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση. Στην πλειοψηφία τους αυτές έχουν μετεξελιχθεί (παραμορφωθεί, εκφυλισθεί) σε «πολιτικές λέσχες» ιδιωτών, επαγγελματιών της πολιτικής, που δεν έχουν σχεδόν τίποτε κοινό με το κίνημα των μαζών, τα οράματα και τα προβλήματά τους. Οι οργανώσεις αυτές (οι ηγεσίες τους, τα στελέχη τους) ούτε μπορούν, αλλά ούτε θέλουν την αλλαγή της πορείας των οργανώσεων. Αυτό έδειξε η «εμπειρία» του ευρωκομμουνισμού. Αυτό κατέδειξε και η «περιπέτεια» που έμπλεξαν, τους λαούς και τα κινήματα τα τελευταία έξι χρόνια, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Νότιας Ευρώπης (Γαλλία, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία). Τα παραδοσιακά κόμματα και συνδικάτα της Αριστεράς στην Ευρώπη δεν έχουν ελπίδα. Αργοπεθαίνουν...

 Συνέχεια 

 18/04/2003

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)