To
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
συνεχίζει το Αφιέρωμα στον μεγάλο μας ποιητή του
ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ
στον «προγονο των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη»,
ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ
.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
Η περίσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδεώδης: έρως και τόπος όχι μόνο αλληλοϋποστηρίζονται αλλά συναιρούνται σ' ένα ίνδαλμα, στην κειμενική έξαρση του απόλυτου χωρόχρονου. Τα παντοειδή ιδεολογήματα συνασπίζονται σε ένα και μόνο: στη λεκτική αλλά αδρότατη ανύψωση της παρόρμησης σε
Αγαθό: «Ζήτω τα ωραία κορίτσια! Ζήτω ο λαός της Κολομβίας!», αναφωνεί κάποια στιγμή «ισπανιστί αλλά με ισχυράν ρωσσικήν προφοράν» ο γιγαντιαίος Ναύαρχος Βλαδίμηρος Βιερχόυ «ενώ το πέος του υπό την περισκελίδα του επάλλετο εν πλήρη στύσει», υπογραμμίζοντας έτσι άλλη μια φορά το
καθεστώς καταλυτικής ευωχίας, που βιώνουν όσοι βυθίζονται στην «άβυσσον ευδαιμονίας ακαταμετρήτου», όπως αυτή εκτίθεται από παράγραφο σε παράγραφο του τετραπέρατου αφηγήματος του Ανδρέα Εμπειρίκου «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου».
Η σύμβαση είναι χαριτωμένη: τα κορίτσια και η -εξιδανικευμένη- Κολομβία είναι ευκρινή σημεία αναφοράς όχι ενός ευρύτερου τόπου αλλά μιας ανακουφιστικής ου-τοπίας. Ο λόγος ο ποιητικός δικαιώνει δηλαδή πανηγυρικά το μη-χάρτη στο βαθμό που οι άλλοι χάρτες, οι συμβατικοί, είναι
εξαιρετικά δεσμευτικοί ή -το χειρότερο- αφαιρετικοί. Ο,τι ακριβώς υπολείπεται της ακραίας ενδοδιηγητικής ή μη ηδονής, απορρίπτεται κατηγορηματικά! Η γεωγραφία στην προκειμένη περίπτωση είναι κυριολεκτικά η μυθική έκ-σταση. Οι ένοικοι του κόσμου, που διατηρούσαν μέχρι πρότινος τα
σημαντικότερα χαρακτηριστικά της ιδιοπροσωπίας τους ως κόρη οφθαλμού, παύουν πλέον να εκλαμβάνουν την περιλάλητη ατομικότητά τους ως αναφαίρετο δικαίωμα και ενδίδουν στον πειρασμό του Καθόλου, στην ταύτισή τους δηλαδή με το Γένος: «Και οι δύο ησθάνοντο ότι όλοι των οι κραδασμοί,
όλοι των οι χυμοί, όλα των τα χρόνια, συνέκλιναν προς τα στιγμάς αυτάς, κατά τας οποίας επλησίαζαν προς την τελείαν εξουθένωσιν της ατομικότητός των και πάσης διαφοροποιημένης υπάρξεως, έτοιμοι να αποτελέσουν τελικώς, μίαν ενιαίαν και αδιαίρετον οντότητα, έτοιμοι να εκχειλίσουν, ως
απόλυτος σύνθεσις νέα, και να εκτοξευθούν πέραν του συλληπτού (...) ουχί πλέον ως άνθρωποι ξεχωριστοί, αλλά ως μοναδική συνύπαρξις με το άπειρον, αποτελούντες αυτό τούτο το εσαεί ανέσπερον, και εσαεί δονούμενον, και εσαεί παφλάζον άπειρον, άνευ ορίων, άνευ όρων». (ό.π. σελ. 68, εκδόσεις «ύψιλον/βιβλία»,
1980).
Η πρόθεση είναι ιδιότυπη αλλά γοητευτική: στη θέση της περιοριστικής φενάκης των καθημερινών δρομολογίων, που εκτελούν πειθήνια οι χρήστες των άστεων, ο Ανδρέας Εμπειρίκος αντιπαραθέτει το οριακό ταξίδι, το οραματικό δρομολόγιο: «Ο δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από
παντού πάντα περνά -Αθήνα, Μόσχα, Γιαροσλάβ, Λονδίνο και Πεκίνο, από τη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα, την Σιέρα Μάντρε Οριεντάλ και τις κορδιλλιέρες, μεσ' από τόπους ιερούς σαν τους Δελφούς και τη Δωδώνη, μεσ' από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα, όπως η γέφυρα της Αλαμάνας,
καθώς και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας». (βλ. «Ο Δρόμος», «Οκτάνα», σελ. 15, εκδόσεις «Ικαρος», 1980).
Οι χάρτες, οι δρόμοι, οι τροχιές, οι πλόες ανακαλούν συνήθως εξωλογικές συντεταγμένες χωρίς να απεμπολούν μία στοιχειώδη έστω εξάρτηση / διασύνδεση με τις αντικειμενικές διαστάσεις του χώρου. Η εμπειρίκεια επίφαση είναι προϊόν αόκνων καταμετρήσεων και των δύο κόσμων: του
αληθοφανούς και του έσω, του κρυπτικού ταξιδιωτικού οράματος. Από εδώ άλλωστε πηγάζει η αίγλη, η ακραιφνής φαντασμαγορία δεικτών, διαφοροποιήσεων και οριακών παραδόξων του ποιητικού λόγου. Υπάρχουν σελίδες στα «Γραπτά η Προσωπική Μυθολογία» όπου η ακρίβεια των διατυπώσεων
συναγωνίζεται άνετα την ορμή με την οποία το παιδί αναζητεί το παιχνίδι του. Η παραίσθηση είναι δυνατή διά των λέξεων: το ταξίδι είναι υπόθεση, εν τέλει, φαντασιακή, σε «μίαν ήπειρο αυθαίρετα πλασμένη, της οποίας τα σύνορα με την αντικειμενική πραγματικότητα αρχικώς διαγράφονται
σαφώς, έπειτα γίνονται ακαθόριστα, και τέλος ενσωματώνονται, συγχωνεύονται και χάνονται, μέσα στην επικράτεια της υποκειμενικής μου ενδοχώρας, της εσωτερικής αυτής πραγματικότητος, κατά τρόπον όμοιον με αυτόν που ανακαλύπτουμε στους πολυπλόκους μηχανισμούς των ονείρων και των
φαντασιώσεων». (βλ. ο.π. «Αμούρ - Αμούρ»). Ο Ανδρέας Εμπειρίκος δεν είναι παραπειστικός -απλώς θίγει με οξυδέρκεια το παλαιό πρόβλημα του δυϊσμού, της αλληλεξάρτησης δηλαδή της (ροϊκής) συνείδησης με το (στατικό) είναι. Παραλλάσσοντας μάλιστα την 4η θέση του Καρλ Μαρξ πάνω στον Φόιερμπαχ,
θα λέγαμε ότι ο λόγος στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκει να επανασυγχωνεύσει τις εγκόσμιες ουσίες πίσω στην υπερφυσική βάση τους. Το ταξίδι, όχι ως πρόσχημα αλλά ως βαθύτατη φαντασιακή ανάγκη, συνιστά μία εξαιρετικά αποτελεσματική λύση του προβλήματος.
Ο επαγγελματίας ταξιδευτής Ανδρέας Εμπειρίκος ξέρει ταυτόχρονα να διατηρεί ακέραιη την ψυχραιμία του. Οταν ρωτήθηκε το βράδυ της 25.5.1973, στο πλαίσιο μιας συζήτησης που έγινε με διδάσκοντες και φοιτητές στο Σπουδαστήριο της Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο της
Θεσσαλονίκης, αν η νεανική του ζωή δεν ήταν εν μέρει ελληνική στο βαθμό που και το άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον δεν υπήρξε αμιγώς ελληνικό, καθώς η μάνα του ήταν «κατά το ήμισυ Ρωσσίς» (βλ. ο.π.), έδωσε την εξής χαρακτηριστική απάντηση: «Α! βέβαια, πολλά χρόνια, αυτό είναι αλήθεια.
Μα αυτό παίζει σοβαρό ρόλο. Αλλά δεν είναι αυτό ο πρώτος λόγος. Διότι εγώ διετήρησα την ακεραιότητα της γλώσσας μου και στα πολλά χρόνια που έζησα εις την Αγγλία και στην Γαλλία και στην Ελβετία» (βλ. περιοδικό «Χάρτης», τ. 17/18, σελ. 639). Η ομολογία πίστεως είναι άμεση: το ταξίδι
επισυμβαίνει πρωτίστως εσωτερικά, ενδόμυχα. Κατά συνέπεια στην ταξιδιωτική πράξη η γλώσσα όχι μόνο δεν κινδυνεύει να αλλοιωθεί αλλά συνιστά τον κατ' εξοχήν συνεκτικό κρίκο: είναι το όριο των γεωγραφικών αναπτύξεων/συμπτύξεων. Οχι η απόκλιση της Οικουμένης αλλά το αποτύπωμά της. Γι'
αυτό και η θάλασσα είναι «πανδέγμων» (βλ. «Οι Αθάνατοι» στην «Οκτάνα») -απείκασμα ενός νοητικού παρασκευάσματος που ανανεώνει τα σύνορα του κόσμου. Η αισθησιακή γεωγραφία, που προτείνει με το σύνολο του έργου του ο Ανδρέας Εμπειρίκος, δεν είναι δηλαδή μια ακόμη fata morgana, μια
καλοστημένη οφθαλμαπάτη, αλλά ένα δυναμικό αισθητικό πρότυπο αναδιπλώσεων του προσφιλούς μας, Ι.Χ. χάρτη, «μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει». (βλ. «Οχι Μπραζίλια μα Οκτάνα»).
Ο αληθινός ταξιδευτής ανήκει κι αυτός στους «ιδεοληπτικούς δαίμονες», θα μας θυμίζει πάντα ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Οσο για την επιστροφή, την αντίθετη πορεία, τον περιλάλητο νόστο, ισχύει ό,τι ακριβώς υπαινίσσεται η ηρακλείτεια αρχή της άνω και κάτω οδού: η ταυτότητα όλων των δρόμων
είναι η δεδομένη, αποκεκρυμμένη όμως -ποιητική- ουσία...